Η παγερή οργή της έπρεπε να τις είχε διώξει πανικόβλητες, αλλά παρ' όλο που μερικές κούνησαν αμήχανα τα πόδια, καμία δεν έκανε να φύγει. Μάλιστα, η μικρή Ντανέλ της απηύθυνε ένα στραβό χαμόγελο. Η Ελάιντα άπλωσε ήρεμα το χέρι και τράβηξε το ριγωτό επιτραχήλιο από τους ώμους της Σιουάν. «Δεν θα το χρειαστείς άλλο πια», είπε. «Ποτέ δεν ήσουν άξιά του, Σιουάν».
Η Σιουάν έμεινε άλαλη από την κατάπληξη. Ήταν σκέτη τρέλα. Ήταν αδύνατον. Άπλωσε για το σαϊντάρ με οργή ― και έμεινε κατάπληκτη για δεύτερη φορά. Ένα φράγμα ήταν ανάμεσα σ’ αυτήν και στην Αληθινή Πηγή, σαν τοίχος από χοντρό γυαλί. Κοίταξε την Ελάιντα, μην μπορώντας να το πιστέψει.
Σαν να ήθελε να την περιγελάσει, η Ελάιντα τυλίχτηκε στην ακτινοβολία του σαϊντάρ. Η Σιουάν στεκόταν ανήμπορη, ενώ η Κόκκινη αδελφή ύφαινε ροές Αέρα γύρω της, από τους ώμους ως τη μέση, σφίγγοντάς της τα χέρια στα πλευρά. Μόλις που μπορούσε να ανασάνει. «Τρελάθηκες!» είπε βραχνά. «Τρελαθήκατε όλες! Θα σας αργάσω το τομάρι γι' αυτό που κάνετε! Αφήστε με!» Καμία δεν απάντησε· έμοιαζαν σχεδόν να την αγνοούν.
Η Αλβιάριν έψαξε τα χαρτιά στο τραπέζι, γρήγορα αλλά όχι βιαστικά. Η Τζολίνε, η Ντανέλ και κάποιες άλλες άρχισαν να τραβάνε τα βιβλία από τα αναλόγια και να τα κουνάνε, για να δουν μήπως θα έπεφτε κάτι από τις σελίδες. Η Λευκή αδελφή άφησε ένα συριγμό ενόχλησης που δεν έβρισκε αυτό που ήθελε στο τραπέζι και μετά άνοιξε το καπάκι του κουτιού από μαυρόξυλο. Αμέσως το κουτί έγινε μια πύρινη σφαίρα.
Η Αλβιάριν πετάχτηκε πίσω με μια κραυγή και άρχισε να κουνά ξέφρενα το χέρι της, που είχε ήδη φουσκαλιάσει. «Είχε προφύλαγμα», μουρμούρισε με έναν τόνο που για Λευκή ήταν σχεδόν απροκάλυπτος θυμός. «Τόσο μικρό, που το ένιωσα μόνο την τελευταία στιγμή». Από το κουτί και τα περιεχόμενά του είχε μείνει μόνο ένας σωρός από γκρίζα στάχτη, πάνω σε ένα τετράγωνο σχήμα που είχε χαραχτεί από τη ζέστη στο γραφείο.
Το πρόσωπο της Ελάιντα δεν έδειξε καθόλου απογοήτευση. «Σου υπόσχομαι, Σιουάν, ότι θα μου πεις κάθε λέξη που κάηκε, για ποιον προοριζόταν και με τι σκοπό».
«Σε κατέλαβε ο Δράκοντας!» ξέσπασε η Σιουάν. «Θα σου αργάσω το τομάρι για όλα αυτά, Ελάιντα. Τα τομάρια όλων σας! Θα είστε τυχερές αν η Αίθουσα του Θρόνου δεν ψηφίσει να σας σιγανέψει όλες!»
Το μικρό χαμόγελο της Ελάιντα δεν φώτιζε τα μάτια της. «Η Αίθουσα συνεδρίασε πριν από μία ώρα —υπήρχαν αρκετές Καθήμενες, όπως ορίζουν οι νόμοι μας― και ομόφωνα, όπως απαιτείται, δεν είσαι πια Άμερλιν. Έγινε και τώρα είμαστε εδώ για να επιβάλουμε αυτή την απόφαση».
Η Σιουάν ένιωσε μια παγωνιά στο στομάχι της, ενώ μια φωνή στο βάθος του μυαλού της ούρλιαζε. Τι ξέρουν; Ανόητη! Τυφλή ανόητη! Το πρόσωπό της δεν έχασε την ηρεμία του, όμως. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε δύσκολες καταστάσεις. Κάποτε ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, που κουβαλούσε μαζί του μόνο το μαχαίρι για τα δολώματα, το είχαν τραβήξει σε ένα σοκάκι τέσσερις παλιάνθρωποι με σκληρά βλέμματα και την κοιλιά γεμάτη φτηνό κρασί ― περισσότερο είχε δυσκολευτεί να το σκάσει από κει. Προσπάθησε να το πιστέψει.
«Αρκετές, όπως ορίζουν οι νόμοι μας;» χλεύασε. «Ήταν ο ελάχιστος δυνατός αριθμός, όλο φίλες σου και όσες μπορείς να επηρεάσεις ή να φοβερίσεις». Το γεγονός ότι η Ελάιντα είχε καταφέρει να πείσει έστω κι ένα μικρό αριθμό Καθήμενων έκανε το στόμα της Σιουάν να ξεραθεί, αλλά δεν θα το έδειχνε. «Όταν συνεδριάσει ολόκληρη η Αίθουσα, με όλες τις Καθήμενες, θα καταλάβετε το λάθος σας. Θα είναι πολύ αργά! Ποτέ δεν έγινε ανταρσία μέσα στον Πύργο· σε χίλια χρόνια από τώρα θα έχουν τη μοίρα σας ως παράδειγμα για να διδάσκουν τις μαθητευόμενες τι παθαίνουν οι αντάρτες». Σκιές αμφιβολίας φάνηκαν σε μερικά πρόσωπα· απ' ό,τι φαινόταν, η Ελάιντα δεν τις είχε όλες του χεριού της, όπως νόμιζε. «Σταματήστε να τρυπάτε τα ύφαλα και αρχίστε να βγάζετε τα νερά. Ακόμα κι εσύ μπορείς να αμβλύνεις το αδίκημά σου, Ελάιντα».
Η Ελάιντα την περίμενε με παγερή ηρεμία να τελειώσει. Κι έπειτα τη χαστούκισε μ' όλη της τη δύναμη· η Σιουάν παραπάτησε, ενώ μπροστά στα μάτια της άρχισαν να πλέουν ασημένιες και χρυσές κουκκίδες.
«Ήρθε το τέλος σου», είπε η Ελάιντα. «Νόμιζες ότι θα σε άφηνα ― ότι θα σε αφήναμε να καταστρέψεις τον Πύργο; Φέρτε την!»
Η Σιουάν τρέκλισε, καθώς δύο Κόκκινες την έσπρωχναν προς τα μπρος. Κατάφερε μετά βίας να σταθεί όρθια και τις αγριοκοίταξε, μα αυτές έκαναν ό,τι τις είχαν διατάξει. Σε ποια έπρεπε να στείλει μήνυμα; Όποιες κι αν ήταν οι κατηγορίες που της είχαν απευθύνει, μπορούσε να τις αντικρούσει, αν είχε καιρό. Ακόμα και κατηγορίες που αφορούσαν τον Ραντ· μόνο φήμες μπορούσαν να της προσάψουν και η Σιουάν έπαιζε το Μεγάλο Παιχνίδι τόσον καιρό, που δεν μπορούσε να νικηθεί από φήμες. Εκτός αν είχαν τη Μιν· η Μιν θα έντυνε τις φήμες με αλήθεια. Έτριξε τα δόντια της. Που να καεί η ψυχή μου, θα τις κάνω δόλωμα για τα ψάρια αυτές εδώ!