Выбрать главу

Στον προθάλαμο παραπάτησε πάλι, αυτή τη φορά όμως όχι επειδή την είχαν σπρώξει. Είχε μια αόριστη ελπίδα ότι η Ληάνε θα έλειπε από τη θέση της, όμως η Τηρήτρια στεκόταν όπως και η Σιουάν, με τα χέρια ίσια στα πλευρά, ενώ το στόμα ανοιγόκλεινε με οργή, δίχως να βγάζει ήχο, γύρω από το φίμωτρο του Αέρα. Η Σιουάν σίγουρα είχε νιώσει να δεσμεύουν τη Ληάνε και δεν το είχε καταλάβει· στον Πύργο πάντα υπήρχε η αίσθηση των γυναικών που διαβίβαζαν.

Αλλά αυτό που την είχε κάνει να παραπατήσει δεν ήταν η εικόνα της Ληάνε, αλλά ο ψηλόλιγνος γκριζομάλλης, που κείτονταν στο πάτωμα με ένα μαχαίρι καρφωμένο στην πλάτη. Ο Άλρικ ήταν Πρόμαχος της κοντά στα είκοσι χρόνια, δεν παραπονιόταν όταν ο δρόμος της τους κρατούσε στον Πύργο, ούτε γκρίνιαζε όταν, ως Πρόμαχος της Άμερλιν, αναγκαζόταν να ταξιδεύει εκατοντάδες λεύγες μακριά της, κάτι που δεν άρεσε σε κανέναν Γκαϊντίν.

Ξερόβηξε, αλλά η φωνή της βγήκε βραχνή όταν μίλησε. «Γι’ αυτό θα σου αλατίσω το τομάρι και θα το απλώσω στον ήλιο, Ελάιντα. Το ορκίζομαι!»

«Καλύτερα να σκέφτεσαι το δικό σου τομάρι, Σιουάν», είπε η Ελάιντα και πλησίασε για να την κοιτάξει στα μάτια. «Υπάρχουν περισσότερα απ' όσα έχουν αποκαλυφθεί. Το ξέρω. Και θα μου πεις τα πάντα. Τα πάντα». Η ξαφνική ηρεμία στη φωνή της ήταν πιο φοβερή απ' όλες τις άγριες ματιές της. «Σου το υπόσχομαι, Σιουάν. Πάρτε την κάτω!»

Η Μιν, κρατώντας στην αγκαλιά της τόπια από γαλάζιο μετάξι, μπήκε από τη Βόρεια Πύλη κατά το μεσημέρι, έτοιμη να χαρίσει το ψεύτικο χαμόγελό της στους φρουρούς με τη Φλόγα της Ταρ Βάλον στο στήθος και να ανεμίσει με έναν κοριτσίστικο τρόπο την πράσινη φούστα της, όπως συνήθιζε η Ελμιντρέντα. Είχε αρχίσει να το κάνει, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχαν φρουροί. Η βαριά πόρτα με τα σιδερένια ελάσματα, στο φυλάκιο που είχε σχήμα άστρου, ήταν ανοιχτή· το φυλάκιο έμοιαζε άδειο. Ήταν αδύνατον. Καμία πύλη στον περίβολο του Πύργου δεν έμενε ποτέ αφύλαχτη. Περίπου στα μισά της απόστασης ως τον πελώριο, λευκό σαν κόκαλο Πύργο, μια στήλη καπνού υψωνόταν ψηλά πάνω από τα δέντρα. Έμοιαζε να βγαίνει από κάπου κοντά στα καταλύματα των νεαρών που εκπαιδεύονταν από τους Προμάχους. Ίσως οι φρουροί να είχαν φύγει λόγω της φωτιάς.

Νιώθοντας ακόμα κάπως ανήσυχη, πήρε το χωμάτινο μονοπάτι μέσα στο δασόφυτο τμήμα του περιβόλου, αλλάζοντας θέση στα τόπια του μεταξιού. Δεν χρειαζόταν άλλο φόρεμα, όμως πώς μπορούσε να αρνηθεί, αφού η Λάρας της έβαζε ένα θύλακο ασήμι στα χέρια και την έστελνε να αγοράσει το μετάξι που είχε δει η μαγείρισσα· ισχυριζόταν ότι είχε ακριβώς το χρώμα που θα τόνιζε την επιδερμίδα της «Ελμιντρέντα». Το αν ήθελε να τονίσει την επιδερμίδα της ή όχι δεν ήταν τόσο σημαντικό, όσο το να διατηρεί την καλή προαίρεση της Λάρας.

Μέσα από τα δέντρα άκουσε κλαγγή σπαθιών. Μάλλον οι Πρόμαχοι είχαν βάλει τους μαθητές τους να γυμναστούν πιο σκληρά απ' όσο συνήθως.

Ήταν όλα πολύ ενοχλητικά. Η Λάρας με τις συμβουλές καλλωπισμού, ο Γκάγουιν με τα αστεία του, ο Γκάλαντ με τα κομπλιμέντα του, ο οποίος δεν καταλάβαινε ποτέ τι επίδραση είχαν το πρόσωπο και το χαμόγελό του στο σφυγμό μιας γυναίκας. Έτσι την ήθελε ο Ραντ; Θα την έβλεπε πραγματικά επιτέλους, αν η Μιν έβαζε φορέματα και του χαμογελούσε σαν άμυαλο κοριτσόπουλο;

Δεν έχει δικαίωμα να περιμένει κάτι τέτοιο, σκέφτηκε οργισμένη. Ήταν δικό του το σφάλμα. Αν δεν ήταν αυτός, η Μιν δεν θα βρισκόταν εδώ, να φορά ένα χαζοφόρεμα και να χαμογελά σαν ανόητη. Εγώ φοράω σακάκι και παντελόνι, δεν θέλω τίποτα άλλο! Μπορεί να φορέσω κάποια στιγμή φόρεμα —ίσως!― αλλά δεν θα το βάλω για να με κοιτάζει ένας άντρας! Πάω στοίχημα ότι αυτή τη στιγμή θα κοιτάζει καμιά Δακρινή, που δεν θα διστάζει να φανερώνει το μισό κόρφο της. Κι εγώ μπορώ να βάλω τέτοιο φόρεμα. Για να δούμε τι θα πει όταν με δει σ' αυτό το γαλάζιο μετάξι. Θα έχω ντεκολτέ ως κάτω, στο... Μα τι σκεφτόταν; Ο άνθρωπος την είχε κάνει να χαζέψει! Η Έδρα της Άμερλιν την κρατούσε εδώ, σε αχρηστία, και ο Ραντ αλ'Θόρ της είχε ζαλίσει το μυαλό! Να καεί! Να καεί γι’ αυτό που μου έκανε!

Η κλαγγή των σπαθιών ξανακούστηκε στο βάθος και η Μιν κοντοστάθηκε, καθώς μια ομάδα νεαρών ξεπηδούσε από τα δέντρα μπροστά της κρατώντας δόρατα και γυμνά σπαθιά, με τον Γκάγουιν επικεφαλής. Αναγνώριζε και μερικούς άλλους από εκείνους που είχαν έρθει εδώ για να εκπαιδευθούν από τους Προμάχους. Από κάπου αλλού στον περίβολο ακούστηκαν φωνές, ένας βρυχηθμός θυμωμένων αντρών.