«Γκάγουιν! Τι συμβαίνει;»
Εκείνος γύρισε όταν άκουσε τη φωνή της. Στα γαλάζια μάτια του είδε ανησυχία και φόβο, ενώ το πρόσωπό έδειχνε ότι ήταν αποφασισμένος να μην παραδοθεί σ' αυτά τα συναισθήματα. «Μιν. Τι κάνεις —; Φύγε από τον Πύργο, Μιν. Είναι επικίνδυνο». Μερικοί νεαροί συνέχισαν να τρέχουν, αλλά οι περισσότεροι τον περίμεναν ανυπόμονα. Της φάνηκε ότι εκεί ήταν οι περισσότεροι μαθητές των Προμάχων.
«Πες μου τι συμβαίνει, Γκάγουιν!»
«Η Άμερλιν καθαιρέθηκε σήμερα το πρωί. Φύγε, Μιν!»
Τα μεταξωτά τόπια της έπεσαν από τα χέρια. «Καθαιρέθηκε; Δεν μπορεί! Πώς; Γιατί; Στο όνομα του Φωτός, γιατί;»
«Γκάγουιν;» τον φώναξε ένας άλλος νεαρός και τον μιμήθηκαν κι άλλοι, κραδαίνοντας τα όπλα τους. «Γκάγουιν! Ο Λευκός Αγριόχοιρος! Γκάγουιν!»
«Δεν έχω χρόνο», της είπε βιαστικά. «Παντού γίνονται μάχες. Λένε ότι ο Χάμαρ προσπαθεί να απελευθερώσει τη Σιουάν Σάντσε. Πρέπει να πάω στον Πύργο, Μιν. Φύγε! Σε παρακαλώ!»
Γύρισε και έτρεξε προς τον Πύργο. Οι άλλοι τον ακολούθησαν με υψωμένα τα όπλα, ενώ μερικοί φώναζαν ακόμα «Γκάγουιν! Ο Λευκός Αγριόχοιρος! Γκάγουιν! Εμπρός τα παλικαράκια!»
Η Μιν έμεινε να τους κοιτάζει. «Δεν είπες με τίνος το μέρος είσαι, Γκάγουιν», ψιθύρισε.
Οι ήχοι της μάχης ήταν δυνατότεροι, πιο καθαροί τώρα που έδινε προσοχή, ενώ οι κραυγές και τα ουρλιαχτά, η κλαγγή του ατσαλιού σε ατσάλι έμοιαζαν να έρχονται από όλες τις κατευθύνσεις. Ο αχός της έφερε ανατριχίλα και τρεμούλα στα γόνατα· δεν μπορεί να συνέβαινε τέτοιο πράγμα εδώ πέρα. Ο Γκάγουιν είχε δίκιο. Θα ήταν πιο ασφαλές, πιο έξυπνο, αν έφευγε αμέσως από την περιοχή του Πύργου. Μόνο που δεν ήξερε πότε και αν θα της επέτρεπαν να ξαναμπεί. Επίσης, δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να βοηθήσει απ' έξω.
«Πώς μπορώ να βοηθήσω από μέσα;» αναρωτήθηκε θυμωμένα.
Αλλά δεν γύρισε προς την πύλη. Άφησε το μετάξι πεταμένο κι έτρεξε στα δέντρα, ψάχνοντας ένα μέρος για να κρυφτεί. Φανταζόταν ότι δεν θα ήθελε κανείς να ξεκοιλιάσει την «Ελμιντρέντα» σαν χήνα —τρέμοντας, ευχήθηκε να μην είχε σκεφτεί τέτοιο πράγμα — αλλά δεν έπρεπε να δράσει απερίσκεπτα και να ριψοκινδυνεύσει. Κάποια στιγμή οι μάχες θα καταλάγιαζαν και ως τότε έπρεπε να αποφασίσει σχετικά με τις επόμενες πράξεις της.
Η Σιουάν άνοιξε τα μάτια μέσα στη μαυρίλα του κελιού, σάλεψε, μόρφασε και έμεινε ακίνητη. Είχε ξημερώσει έξω ή ακόμα; Οι ερωτήσεις είχαν κρατήσει πολλή ώρα. Προσπάθησε να ξεχάσει τον πόνο, εφόσον είχε την πολυτέλεια να ανασαίνει ακόμα. Όμως η τραχιά πέτρα από κάτω έγδερνε τα χτυπήματα και τις μελανάδες της πλάτης της. Ο ιδρώτας έκανε όλες τις πληγές της να τσούζουν —ένιωθε το κορμί της να έχει γίνει μια πηγή αδιάκοπου πόνου, από τα γόνατα ως τους ώμους― και επίσης της έφερνε ρίγη στον κρύο αέρα. Ας μου άφηναν τουλάχιστον την πουκαμίσα. Ο αέρας μύριζε πολυκαιρισμένη σκόνη και ξερή μούχλα, μιλούσε για χρόνια περασμένα, Ένα από τα βαθιά κελιά. Από τον καιρό του Άρτουρ του Γερακόφτερου είχε να κλειστεί κανείς εδώ. Από την Μπόνχουιν.
Έκανε μια γκριμάτσα μέσα στο σκοτάδι· δεν υπήρχε λησμονιά. Έσφιξε τα δόντια, πήρε καθιστή στάση στο πέτρινο πάτωμα και ψαχούλεψε γύρω της για να βρει τοίχο να γείρει. Οι πέτρες του τοίχου ήταν δροσερές στην πλάτη της. Μικρά πράγματα, σκέφτηκε. Σκέψου μικροπράγματα. Τη ζέστη. Το κρύο. Αναρωτιέμαι πότε θα μου φέρουν λίγο νερό. Αν μου φέρουν.
Άθελά της, έκανε να πιάσει το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού. Δεν ήταν πια στο δάχτυλό της. Όχι ότι περίμενε κάτι τέτοιο· της φάνηκε ότι θυμόταν να της το βγάζουν απότομα. Ύστερα από ένα διάστημα, μια θολούρα είχε κρύψει τα πάντα. Μια υπέροχη, ευλογημένη θολούρα. Μα θυμόταν ότι τους είχε πει τα πάντα στο τέλος. Σχεδόν τα πάντα. Θυμόταν και το θρίαμβό της, επειδή είχε κρύψει μια λεπτομέρεια εδώ, κάποια άλλη εκεί, ανάμεσα στα ουρλιαχτά και τις απαντήσεις της, πρόθυμη όπως ήταν να απαντήσει, αρκεί να σταματούσαν, έστω και για λίγο, αρκεί να... Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της, για να σταματήσει το ρίγος· δεν τα κατάφερε. Θα μείνω ήρεμη. Δεν είμαι νεκρή. Πάνω από κάθε άλλο πρέπει να θυμάμαι ότι δεν είμαι νεκρή.
«Μητέρα;» Η τρεμάμενη φωνή της Ληάνε ήρθε από το σκοτάδι. «Είσαι ξύπνια, Μητέρα;»
«Είμαι ξύπνια», αναστέναξε η Σιουάν. Έλπιζε ότι είχαν ελευθερώσει τη Ληάνε, ότι την είχαν διώξει από την πόλη. Τη σούβλισαν οι τύψεις που έβρισκε παρηγοριά στην παρουσία αυτής της γυναίκας, με την οποία μοιραζόταν το κελί της. «Συγνώμη που σε έμπλεξα σ' αυτά, κόρη —» Όχι. Τώρα δεν είχε δικαίωμα να την αποκαλεί έτσι. «Συγνώμη, Ληάνε».