Выбрать главу

Η σιωπή κράτησε κάποια ώρα. «Είσαι... καλά”, Μητέρα;»

«Σιουάν, Ληάνε. Σκέτο Σιουάν». Αθελά της, προσπάθησε να αγκαλιάσει το σαϊντάρ. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Δεν υπήρχε τίποτα γι' αυτή. Μόνο το κενό μέσα. Ποτέ ξανά. Μια ζωή γεμάτη νόημα και τώρα είχε βρεθεί δίχως πηδάλιο, ακυβέρνητη σε μια θάλασσα πολύ πιο σκοτεινή απ' αυτό το κελί. Σκούπισε ένα δάκρυ από το μάγουλο της, θυμωμένη που το είχε αφήσει να κυλήσει. «Ληάνε, δεν είμαι πια η Έδρα της Άμερλιν». Ένα μέρος του θυμού της χρωμάτισε τη φωνή της. «Φαντάζομαι ότι στη θέση μου θα ανακηρύξουν την Ελάιντα. Αν δεν το έχουν ήδη κάνει. Ορκίζομαι ότι μια μέρα θα την ταΐσω στα ασημόκαρφα!»

Η μόνη απάντηση της Ληάνε ήταν μια συρτή, απελπισμένη ανάσα.

Το τρίξιμο ενός κλειδιού στη σκουριασμένη, σιδερένια κλειδαριά έκανε το κεφάλι της Σιουάν να σηκωθεί· κανένας δεν είχε σκεφτεί να τη λαδώσει πριν ρίξουν μέσα τη Σιουάν και τη Ληάνε, και τα σκουριασμένα μέρη δεν ήθελαν να γυρίσουν. Ανάγκασε πεισματικά τον εαυτό της να σταθεί όρθια. «Σήκω, Ληάνε. Σήκω πάνω». Ύστερα από λίγο άκουσε την άλλη γυναίκα να σηκώνεται, γκρινιάζοντας ανάμεσα στα μαλακά βογκητά της.

«Ποιο το όφελος;» είπε η Ληάνε με κάπως πιο δυνατή φωνή.

«Τουλάχιστον δεν θα μας βρουν ζαρωμένες στο πάτωμα να κλαψουρίζουμε». Προσπάθησε να δώσει ένα σίγουρο τόνο στη φωνή της. «Μπορούμε να πολεμήσουμε, Ληάνε. Όσο είμαστε ζωντανές, μπορούμε να πολεμήσουμε». Αχ, Φως μου, με σιγάνεψαν! Με σιγάνεψαν!

Ανάγκασε το μυαλό της να ησυχάσει, έσφιξε τις γροθιές της και κούνησε το πόδι στο ανώμαλο, πέτρινο πάτωμα, σχεδόν γδέρνοντάς το. Ευχήθηκε ο ήχος που έβγαινε από το λαιμό της να μην έμοιαζε τόσο με κλαψούρισμα.

Η Μιν ακούμπησε τα πράγματα στο πάτωμα και έριξε πίσω το μανδύα, για να γυρίσει το κλειδί και με τα δύο χέρια. Είχε το διπλό μήκος από την παλάμη της και ήταν επίσης σκουριασμένο, σαν την κλειδαριά και τα άλλα κλειδιά στο μεγάλο, σιδερένιο κρίκο. Ο αέρας ήταν κρύος και υγρός, σαν να μην έφτανε ως εδώ κάτω το καλοκαίρι.

«Βιάσου, παιδί μου», μουρμούρισε η Λάρας, κρατώντας το φανάρι για να βλέπει η Μιν και κοιτώντας προς τις δύο σκοτεινές άκρες του διαδρόμου. Δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι η γυναίκα με τα διπλοσάγονα ήταν ποτέ καλλονή, τώρα όμως η Μιν την έβρισκε όμορφη.

Παλεύοντας με το κλειδί, τίναξε το κεφάλι της. Είχε συναντήσει τη Λάρας καθώς έμπαινε κρυφά στο δωμάτιό της για να πάρει την απλή, γκρίζα στολή ιππασίας που φορούσε τώρα, καθώς και μερικά άλλα πράγματα. Πιο συγκεκριμένα, η σωματώδης γυναίκα έψαχνε γι' αυτή, γεμάτη αγωνία για την «Ελμιντρέντα»· είχε αναφωνήσει ότι η Μιν ήταν τυχερή που ήταν σώα και είχε προτείνει σχεδόν να την κλειδώσει στο δωμάτιο της μέχρι να τελειώσουν οι φασαρίες. Ακόμα δεν ήξερε πώς η Λάρας την είχε πείσει να αποκαλύψει τις προθέσεις της και ακόμα δεν είχε ξεπεράσει την κατάπληξη, όταν η άλλη γυναίκα ανακοίνωσε απρόθυμα ότι θα τη βοηθούσε. Ώστε είμαι μια θαρραλέα κοπέλα και μ' έχει στην καρδιά της. Για να δούμε πώς θα με σώσει ― πώς το είπε ακριβώς;― πριν καταλήξω στο κατσαρόλι για το τουρσί. Το παλιόκλειδο δεν έλεγε να στρίψει· έβαλε όλη της τη δύναμη για να το γυρίσει.

Η αλήθεια ήταν ότι ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη Λάρας, με πολλούς τρόπους. Ήταν αμφίβολο αν θα κατάφερνε να ετοιμάσει τα πάντα μόνη της, αν θα τα έβρισκε καν όλα και μάλιστα τόσο γρήγορα. Εκτός αυτού... Εκτός αυτού, όταν αντάμωσε τη Λάρας ήδη σκεφτόταν ότι μόνο μια ανόητη θα ήθελε να κάνει τέτοιο πράγμα, ότι θα έπρεπε να έχει ανέβει στο άλογο και να έχει φύγει για το Δάκρυ όσο ακόμα προλάβαινε, πριν αποφασίσει κανείς να προσθέσει το κεφάλι της πλάι σε εκείνα που στόλιζαν την πρόσοψη του Πύργου. Η Μιν υποψιαζόταν ότι, αν το είχε σκάσει, δεν θα το ξεχνούσε ποτέ της. Αυτό και μόνο την έκανε να νιώθει αρκετή ευγνωμοσύνη και έτσι δεν είχε διαμαρτυρηθεί όταν η Λάρας πρόσθεσε μερικά ωραία φορέματα σ' αυτά που είχε ήδη βάλει στην άκρη μόνη της. Τα ρουζ και τις πούδρες ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να τα «χάσει» κάπου. Μα γιατί δεν γυρνάει το παλιόκλειδο; Ίσως η Λάρας μπορέσει να...

Το κλειδί έστριψε απότομα μ' ένα τόσο δυνατό κρότο, που η Μιν φοβήθηκε μήπως είχε σπάσει κάτι. Όταν όμως την έσπρωξε, η τραχιά, ξύλινη πόρτα άνοιξε. Η Μιν άρπαξε τα πράγματα και μπήκε στο πέτρινο κελί ― και κοντοστάθηκε μπερδεμένη.

Το φως του φαναριού έδειχνε δυο γυναίκες με μόνη περιβολή τις σκούρες μελανάδες και τα κόκκινα σημάδια των χτυπημάτων, οι οποίες έκρυβαν τα μάτια από το ξαφνικό φως, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν ήταν οι σωστές. Η μια ήταν ψηλή με χαλκόχρωμη επιδερμίδα κι η άλλη κοντύτερη, πιο ξανθιά και πιο γεροδεμένη. Τα πρόσωπα έμοιαζαν να είναι τα σωστά —σχεδόν τα σωστά― και είχαν παραμείνει ανέγγιχτα ύστερα απ' όλα αυτά που είχαν πάθει, άρα έπρεπε να είναι σίγουρη. Αλλά η αγέραστη όψη που χαρακτήριζε τις Άες Σεντάι έμοιαζε να έχει σβήσει· δεν θα δίσταζε να πει ότι αυτές οι γυναίκες ήταν μόνο έξι-επτά χρόνια μεγαλύτερές της, το πολύ, και ότι δεν ήταν Άες Σεντάι. Αναψοκοκκίνισε από ντροπή μ' αυτή τη σκέψη. Δεν έβλεπε εικόνες ή αύρες γύρω τους· πάντα υπήρχαν εικόνες και αύρες γύρω από τις Άες Σεντάι. Κόψ' το, σκέφτηκε.