«Τι —;» απόρησε η μία και μετά σταμάτησε για να ξεροβήξει. «Πού βρήκατε τα κλειδιά;» Ήταν η φωνή της Σιουάν Σάντσε.
«Αυτή είναι». Η Λάρας έμοιαζε να μην το πιστεύει. Κάρφωσε τη Μιν με το χοντρό δάχτυλό της. «Βιάσου, παιδί μου! Έτσι γριά και αργή που είμαι, δεν κάνω για περιπέτειες».
Η Μιν την κοίταξε ξαφνιασμένη· η γυναίκα είχε επιμείνει να έρθει, δεν θα γυρνούσε την πλάτη, είχε πει. Η Μιν ήθελε να ρωτήσει τη Σιουάν γιατί ξαφνικά οι δύο έμοιαζαν τόσο νεότερες, αλλά δεν ήταν τώρα η ώρα για επιπόλαιες ερωτήσεις. Έμαθα παραπάνω απ' όσο πρέπει να κάνω την Ελμιντρέντα!
Έδωσε από ένα δεματάκι σε κάθε γυμνή γυναίκα και μίλησε βιαστικά. «Ρούχα. Ντυθείτε όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Δεν ξέρω πόση ώρα έχουμε. Έκανα ένα φρουρό να πιστέψει ότι θα αντάλλασσα μερικά φιλιά με την ευκαιρία να σε εκδικηθώ για μια κακία που σου κρατούσα και ενώ του μιλούσα και είχε αλλού την προσοχή του, η Λάρας ήρθε από πίσω και τον βάρεσε στο κεφάλι με έναν πλάστη. Δεν ξέρω πόση ώρα θα κοιμάται». Μισοβγήκε από την πόρτα, για να κοιτάξει ανήσυχα στο διάδρομο προς την αίθουσα των φρουρών. «Πρέπει να βιαστούμε».
Η Σιουάν είχε ήδη λύσει το δεματάκι και άρχισε να φοράει τα ρούχα που περιείχε. Με εξαίρεση μια λινή πουκαμίσα, ήταν όλα απλά, μάλλινα ρούχα σε αποχρώσεις του καφέ, κατάλληλα για αγρότισσες που έρχονταν στο Λευκό Πύργο για να συμβουλευτούν τις Άες Σεντάι, αν και η σχιστή φούστα ιππασίας ήταν κάπως ασυνήθιστη. Το περισσότερο ράψιμο το είχε κάνει η Λάρας· η Μιν πιο πολύ τσιμπιόταν η ίδια με τη βελόνα. Κι η Ληάνε, επίσης, κάλυπτε τη γύμνια της, αλλά έδειχνε περισσότερο να ενδιαφέρεται για το μαχαίρι με την κοντή λεπίδα στη ζώνη, παρά για τα ρούχα.
Τρεις γυναίκες απλά ντυμένες είχαν μια ελπίδα να βγουν από τον Πύργο χωρίς να τραβήξουν την προσοχή. Με τις μάχες, είχαν παγιδευτεί στο Λευκό Πύργο αρκετές ικέτισσες και άνθρωποι που ζητούσαν βοήθεια· αν ξεπρόβαλλαν άλλες τρεις γυναίκες από την κρυψώνα τους, στη χειρότερη περίπτωση θα τις πετούσαν έξω. Αρκεί να μην τις αναγνώριζαν. Τα πρόσωπα των δύο γυναικών ίσως βοηθούσαν σ' αυτό. Μάλλον κανείς δεν θα αναγνώριζε σ' αυτές τις δυο νεαρές γυναίκες —που φαίνονταν νεαρές, τέλος πάντων― την Έδρα της Άμερλιν και την Τηρήτρια των Χρονικών. Πρώην Άμερλιν, πρώην Τηρήτρια, θυμήθηκε να διορθώσει.
«Μόνο ένας φρουρός;» είπε η Σιουάν μορφάζοντας καθώς έβαζε μαύρες κάλτσες. «Παράξενο. Καλύτερα θα φυλούσαν πορτοφόλι». Κοιτώντας τη Λάρας, φόρεσε ένα ζευγάρι γερά παπούτσια. «Χαίρομαι που βλέπω ότι κάποιες δεν πιστεύουν τις κατηγορίες εναντίον μου. Όποιες κι αν είναι αυτές οι κατηγορίες».
Η σωματώδης γυναίκα κατσούφιασε και χαμήλωσε τα σαγόνια της, δημιουργώντας και τέταρτο. «Είμαι πιστή στον Πύργο», είπε αυστηρά. «Αυτά τα ζητήματα δεν είναι για μένα. Είμαι μαγείρισσα και τίποτα παραπάνω. Αυτή η ανόητη κοπέλα μου θύμισε ότι ήμουν κι εγώ ανόητη κοπέλα. Νομίζω... Βλέποντάς σε... Πρέπει να θυμάμαι ότι δεν είμαι πια ένα λυγερό κοριτσόπουλο». Αφησε το φανάρι στα χέρια της Μιν.
Η Μιν της έπιασε το γερό μπράτσο, καθώς εκείνη έστριβε για να φύγει. «Λάρας, δεν θα μας προδώσεις, έτσι δεν είναι; Ύστερα απ' ό,τι έκανες».
Το φαρδύ πρόσωπο της άλλης φωτίστηκε από ένα χαμόγελο όλο νοσταλγία και πίκρα. «Αχ, Ελμιντρέντα, σε βλέπω και θυμάμαι πώς ήμουν στην ηλικία σου. Έκανα χαζομάρες και κάποιες φορές παραλίγο να με κρεμάσουν. Δεν θα σε προδώσω, παιδί μου, αλλά πρέπει να ζήσω εδώ πέρα. Όταν χτυπήσει η Δεύτερη, θα στείλω μια κοπέλα με κρασί για το φρουρό. Αν δεν έχει ξυπνήσει ή αν δεν τον έχουν βρει ως τότε, έχετε περιθώριο μία ώρα». Στράφηκε προς τις άλλες γυναίκες, ξαφνικά με τη βλοσυρή έκφραση, με την οποία συνήθως απευθυνόταν στους βοηθούς της και στους άλλους τέτοιους. «Μια ώρα, μην τη σπαταλήσετε, ακούτε; Άκουσα ότι θέλουν να σας βάλουν στη λάντζα, να σας δείχνουν για παράδειγμα. Εμένα δεν με νοιάζει, γίνει δεν γίνει —αυτά τα πράγματα είναι για τις Άες Σεντάι, όχι για τις μαγείρισσες· για μένα, ίδια είναι η μια Άμερλιν με την άλλη― αλλά αν εξαιτίας σας πιάσουν αυτή τη μικρή, θα σας έχω σκυμμένες να καθαρίζετε τα λιγδερά κατσαρολικά και να κουβαλάτε τους κουβάδες με τα απόνερα! Θα εύχεστε να σας είχαν κόψει το κεφάλι. Και μη νομίζετε ότι θα πιστέψουν πως σας βοήθησα. Όλες ξέρουν ότι εγώ ασχολούμαι με τα μαγειρεία μου. Ακούστε τι λέω και μην κάθεστε καθόλου!» Το χαμόγελο άστραψε πάλι στο πρόσωπό της γυναίκας, που τσίμπησε το μάγουλο της Μιν. «Πάρ' τες γρήγορα, παιδί μου. Πώς θα μου λείψει που σε έντυνα. Τόσο ωραίο παιδί». Με μια τελευταία ζωηρή τσιμπιά βγήκε από το κελί, σχεδόν τρέχοντας.