Выбрать главу

Η Μιν έτριψε ενοχλημένη το μάγουλό της― δεν άντεχε αυτή τη συνήθεια της Λάρας. Η γυναίκα αυτή ήταν δυνατή σαν άλογο. Παραλίγο να την κρεμάσουν; Τι είδους «ζωηρό κορίτσι» ήταν η Λάρας στα νιάτα της;

Η Ληάνε ξεφύσησε, βάζοντας προσεκτικά το φόρεμα πάνω από το κεφάλι της. «Αν είναι δυνατό να σου μιλάει με τέτοιον τρόπο, Μητέρα!» Το πρόσωπο της ξαναεμφανίστηκε στην κορυφή του φορέματος, μουτρωμένο. «Ξαφνιάζομαι που βοήθησε, αφού νιώθει έτσι».

«Βοήθησε, όμως», της είπε η Μιν. «Μην το ξεχνάς. Νομίζω ότι θα κρατήσει το λόγο της και δεν θα μιλήσει για μας. Είμαι σίγουρη». Η Ληάνε ξεφύσησε πάλι.

Η Σιουάν κούνησε τους ώμους της για να στρώσει το μανδύα. «Έχει σημασία, Ληάνε, το γεγονός ότι δεν διεκδικώ πια τον τίτλο. Έχει σημασία, όταν αύριο εγώ κι εσύ γίνουμε λαντζιέρες της». Η Ληάνε έσφιξε τα χέρια της για να μην τρέμουν και δεν θέλησε να την κοιτάξει. Η Σιουάν συνέχισε ήρεμα, αν και με έναν ξερό τόνο. «Επίσης, υποψιάζομαι ότι η Λάρας θα κρατήσει το λόγο της για ... άλλα πράγματα... έτσι, ακόμα κι αν δεν σε νοιάζει αν η Ελάιντα μας κρεμάσει σαν καρχαρίες που πιάστηκαν στα δίχτυα για να μας δει όλος ο κόσμος, προτείνω να σηκωθείς. Εγώ προσωπικά σιχαινόμουν τις λιγδερές κατσαρόλες όταν ήμουν μικρή και δεν έχω λόγο να αμφιβάλω ότι το ίδιο θα ένιωθα και τώρα».

Η Ληάνε ξαφνικά άρχισε να δένει τα κορδόνια του χωριάτικου φορέματος.

Η Σιουάν στράφηκε στη Μιν. «Ίσως να μην είσαι τόσο πρόθυμη να μας βοηθήσεις αν σου πω ότι μας... σιγάνεψαν». Η φωνή της δεν έτρεμε, αλλά ήταν σκληρή από τον κόπο που είχε καταβάλει για να προφέρει τη λέξη, ενώ τα μάτια της έδειχναν πόνο και αβεβαιότητα. Η Μιν έμεινε εμβρόντητη όταν κατάλαβε ότι η ηρεμία ήταν μόνο επιφανειακή. «Κάθε Αποδεχθείσα θα μπορούσε να μας δέσει χειροπόδαρα, Μιν. Ακόμα και οι περισσότερες μαθητευόμενες».

«Το ξέρω», είπε η Μιν, προσέχοντας να μη δείξει με τη φωνή της την παραμικρή συμπόνια. Αυτή τη στιγμή η συμπόνια ίσως να διέλυε το λίγο αυτοέλεγχο που είχε απομείνει στις δύο γυναίκες και έπρεπε να δείξουν αυτοκυριαρχία. «Το διακήρυξαν σ' όλες τις πλατείες της πόλης και ανάρτησαν παντού την ανακοίνωση. Αλλά είστε ζωντανές». Η Ληάνε γέλασε πικρά, αλλά η Μιν την αγνόησε. «Να φεύγουμε. Ίσως ξυπνήσει ο φρουρός, ή μπορεί να τον βρει κανείς».

«Οδήγησε μας, Μιν», είπε η Σιουάν. «Είμαστε στα χέρια σου». Αμέσως μετά η Ληάνε ένευσε κοφτά και φόρεσε βιαστικά το μανδύα της.

Στο δωμάτιο των φρουρών, στην άκρη του σκοτεινού διαδρόμου, ο μοναδικός φρουρός κείτονταν φαρδύς-πλατύς κάτω, με το πρόσωπο στο σκονισμένο πάτωμα. Το κράνος που θα τον γλίτωνε από ένα χτυπημένο κεφάλι, βρισκόταν στο προχειροφτιαγμένο, ξύλινο τραπέζι πλάι στο μοναδικό φανάρι που φώτιζε το δωμάτιο. Η ανάσα του φαινόταν κανονική. Η Μιν του έριξε μόνο μια ματιά, αν και ευχήθηκε να μην είχε τραυματιστεί βαριά· δεν είχε προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την προσφορά της.

Πέρασε γοργά με τη Σιουάν και τη Ληάνε από την απέναντι πόρτα, που ήταν από χοντρές σανίδες και πλατιά, σιδερένια ελάσματα, και ανέβηκαν τα στενά, πέτρινα σκαλιά. Δεν έπρεπε να σταθούν στιγμή. Ακόμα κι αν τις περνούσαν για ικέτισσες, αυτό δεν θα τις έσωζε από ερωτήσεις, αν τις έβλεπαν να βγαίνουν από τα κελιά.

Δεν είδαν άλλους φρουρούς, ούτε κάποιον άλλο καθώς έβγαιναν από τα σωθικά του Πύργου, παρ' όλα αυτά, όμως, η Μιν σχεδόν κρατούσε την ανάσα της μέχρι να φτάσουν στη μικρή πόρτα που έβγαζε στον κυρίως Πύργο. Την άνοιξε λιγάκι, ίσα για να χώσει μέσα το κεφάλι, και κοίταξε δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο.

Επίχρυσοι λυχνοστάτες στέκονταν μπροστά από τα διακοσμητικά περιζώματα από λευκό μάρμαρο στους τοίχους. Στα δεξιά, δυο γυναίκες χάνονταν στο βάθος, χωρίς να κοιτάξουν πίσω. Η βεβαιότητα στο βήμα τους έδειχνε ότι ήταν Άες Σεντάι, παρά το γεγονός ότι η Μιν δεν έβλεπε τα πρόσωπά τους· στο Λευκό Πύργο, ακόμα και μια βασίλισσα θα προχωρούσε με δισταγμό. Στην άλλη κατεύθυνση είδε πέντ' έξι άντρες που απομακρύνονταν με μεγάλα βήματα, σίγουρα Πρόμαχοι, με χάρη λύκου και μανδύες που γίνονταν ένα με το περιβάλλον.

Η Μιν περίμενε να χαθούν και οι Πρόμαχοι πριν βγει από την πόρτα. «Το μέρος είναι άδειο. Ελάτε. Φορέστε τις κουκούλες και σκύψτε το κεφάλι. Κάντε ότι είστε φοβισμένες». Η ίδια δεν χρειαζόταν να προσποιηθεί. Έτσι σιωπηλά που την ακολουθούσαν, μάλλον ούτε κι αυτές προσποιούνταν.

Οι διάδρομοι του Πύργου σπανίως ήταν γεμάτοι, όμως τώρα έμοιαζαν έρημοι. Αραιά και πού, κάποια άτομα εμφανίζονταν για μια στιγμή μπροστά τους, ή σε κάποιον κάθετο διάδρομο, αλλά είτε ήταν Άες Σεντάι, είτε Πρόμαχοι, είτε υπηρέτες, όλοι βιάζονταν, τόσο απορροφημένοι με τις υποθέσεις τους, που δεν πρόσεχαν τίποτα άλλο. Ο Πύργος ήταν σιωπηλός.