Выбрать главу

Η Ελάιντα τις προσπέρασε μεγαλοπρεπώς δίχως να ρίξει ούτε μια ματιά στη Μιν, με το φαρδύ, ριγωτό επιτραχήλιο της Άμερλιν στους ώμους. Την ακολούθησε η Αλβιάριν, φορώντας το επώμιο της Τηρήτριας των Χρονικών, που ήταν λευκό, όπως το Άτζα της. Άλλες δώδεκα ή περισσότερες Άες Σεντάι ακολουθούσαν πίσω από την Αλβιάριν, οι περισσότερες Κόκκινες, αν και η Μιν είδε δύο επώμια με κίτρινα κρόσσια κι επίσης ένα πράσινο και ένα καφέ. Έξι Πρόμαχοι φυλούσαν τα πλευρά της πομπής, με τα χέρια στις λαβές των σπαθιών και άγρυπνο βλέμμα. Τούτα τα βλέμματα περιεργάστηκαν τις τρεις γονατιστές γυναίκες και μετά τις αγνόησαν.

Η Μιν συνειδητοποίησε ότι και οι τρεις ήταν γονατιστές, όπως επίσης συνειδητοποίησε ότι είχε σχεδόν φανταστεί τη Σιουάν και τη Ληάνε να χιμούν στο λαρύγγι της Ελάιντα. Και οι δύο γυναίκες είχαν σηκώσει το κεφάλι, για να παρακολουθήσουν την πομπή που προχωρούσε πιο κάτω στο διάδρομο.

«Ελάχιστες γυναίκες έχουν σιγανευτεί», είπε η Σιουάν σαν να μονολογούσε, «και καμία δεν επέζησε για καιρό, αλλά λέγεται ότι ένας τρόπος για να επιζήσεις είναι να βρεις κάτι που το θέλεις όσο και τη διαβίβαση». Η αβέβαιη έκφραση είχε χαθεί από τα μάτια της. «Στην αρχή νόμιζα ότι ήθελα να ξεκοιλιάσω την Ελάιντα και να την κρεμάσω στον ήλιο για να ξεραθεί. Τώρα θέλω να έρθει μια μέρα που θα πω στην Ελάιντα ότι θα ζήσει πολλά χρόνια, για να βλέπει ο κόσμος τι παθαίνουν όσοι ισχυρίζονται ότι είμαι Σκοτεινόφιλη· ξέρω ότι δεν υπάρχει τίποτα —τίποτα!― που να το θέλω όσο αυτό».

«Και στην Αλβιάριν», είπε με σφιγμένη φωνή η Ληάνε. «Και στην Αλβιάριν!»

«Φοβόμουν ότι θα με νιώσουν», συνέχισε η Σιουάν, «αλλά τώρα δεν έχω τίποτα για να νιώσουν. Φαίνεται ότι τούτο είναι ένα πλεονέκτημα που αποκτάς όταν σε έχουν... σιγανέψει». Η Ληάνε τίναξε το κεφάλι θυμωμένα. «Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ό,τι πλεονεκτήματα βρούμε. Και να χαιρόμαστε γι' αυτά», είπε η Σιουάν. Έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να πειστεί η ίδια. Ο τελευταίος Πρόμαχος χάθηκε πίσω από τη μακρινή καμπή του διαδρόμου και η Μιν κατάπιε τον κόμπο που είχε στο λαιμό. «Ας μιλήσουμε αργότερα για πλεονεκτήματα», είπε και σταμάτησε για να καταπιεί ξανά. «Πάμε στα άλογα. Σίγουρα αυτό ήταν το χειρότερο».

Και πράγματι, καθώς έβγαιναν από τον Πύργο κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού το χειρότερο έμοιαζε να έχει περάσει. Το μόνο σημάδι από τις φασαρίες ήταν μια στήλη καπνού, που υψωνόταν προς τον ανέφελο ουρανό από το ανατολικό τμήμα του περιβόλου. Κάποιες ομάδες αντρών προχωρούσαν στο βάθος, κανένας όμως δεν έριξε δεύτερη ματιά στις τρεις γυναίκες που περνούσαν πλάι από τη βιβλιοθήκη, της οποίας η κατασκευή έμοιαζε με πελώρια κύματα που είχαν μαρμαρώσει. Ένα δρομάκι οδηγούσε πιο πέρα στον περίβολο και προς τα δυτικά, σε ένα δασάκι από βελανιδιές και αειθαλή δέντρα που θα μπορούσε να είναι κάπου μακριά από πόλεις και ανθρώπους. Το βήμα της Μιν ελάφρυνε όταν βρήκε τα τρία σελωμένα άλογα, που ήταν ακόμα δεμένα εκεί που τα είχαν αφήσει αυτή και η Λάρας, σε ένα μικρό ξέφωτο που το έζωναν λέδερλιφ και χαρτόφλοια.

Η Σιουάν πλησίασε αμέσως μια δασύτριχη, γερή φοράδα δύο πιθαμές κοντύτερη από τις άλλες. «Κατάλληλο άτι για την παρούσα κατάστασή μου. Και μοιάζει πιο ήρεμο από τα άλλα δύο· ποτέ δεν ήμουν καλή αναβάτρια». Χάιδεψε τη μύτη της φοράδας και εκείνη της έγλειψε το χέρι.

«Πώς τη λένε, Μιν; Ξέρεις;»

«Μπέλα. Είναι της —»

«Το άλογό της». Ο Γκάγουιν ξεπρόβαλε πίσω από ένα χαρτόφλοιο με χοντρό κορμό, έχοντας το ένα χέρι στη μακριά λαβή του σπαθιού του. Το αίμα που κυλούσε στο πρόσωπό του δημιουργούσε το ίδιο σχέδιο με αυτό που είχε δει η Μιν στην αύρα του τότε, την πρώτη μέρα που είχε φτάσει στην Ταρ Βάλον. «Όταν είδα το άλογό της, Μιν, κατάλαβα ότι κάτι ετοιμάζεις». Τα ξανθοκόκκινα μαλλιά του ήταν ματωμένα, τα γαλανά μάτια του μισοζαλισμένα, αλλά προχωρούσε αταλάντευτα προς το μέρος τους, ψηλός και με γατίσια χάρη. Ένας γάτος που κυνηγούσε ποντίκια.

«Γκάγουιν», άρχισε να λέει η Μιν, «είμαστε —»

Το σπαθί του βγήκε από το θηκάρι και τίναξε πίσω την κουκούλα της Σιουάν· η κοφτερή λεπίδα του άγγιξε το λαιμό της γρηγορότερα απ' όσο μπορούσε να παρακολουθήσει το βλέμμα της Μιν. Της Σιουάν της κόπηκε η ανάσα· έμεινε να τον κοιτάζει ασάλευτη και γαλήνια, σαν να φορούσε ακόμα το επιτραχήλιο.

«Μη, Γκάγουιν!» φώναξε η Μιν. «Δεν πρέπει!» Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, αλλά εκείνος σήκωσε το χέρι χωρίς να την κοιτάξει κι αυτή σταμάτησε. Το κορμί του ήταν σαν κουλουριασμένο ελατήριο, έτοιμο να πεταχτεί προς κάθε κατεύθυνση. Πρόσεξε ότι η Ληάνε είχε κουνήσει το μανδύα της έτσι που να κρύβει το χέρι της και προσευχήθηκε να μην είναι τόσο χαζή ώστε να τραβήξει το μαχαίρι από τη ζώνη της.