Выбрать главу

Ο Γκάγουιν περιεργάστηκε το πρόσωπο της Σιουάν και μετά ένευσε αργά. «Εσύ είσαι. Δεν ήμουν σίγουρος, αλλά είσαι εσύ. Αυτή τη... μεταμφίεση δεν μπορεί να —» Δεν φάνηκε να κινείται, αλλά τα μάτια της Σιουάν γούρλωσαν, δείχνοντας ότι είχε πιέσει περισσότερο την κοφτερή λεπίδα. «Πού είναι η αδελφή μου και η Εγκουέν; Τι τις έκανες;» Αυτό που έκανε τη Μιν να φοβηθεί περισσότερο, πέρα από το λουσμένο στο αίμα πρόσωπό του, τα μισοζαλισμένα μάτια του, το σώμα του, που ήταν τόσο σφιγμένο ώστε σχεδόν έτρεμε, και το χέρι του, που είχε μείνει στο λαιμό της σαν να το είχε ξεχάσει, ήταν ότι δεν είχε υψώσει καθόλου τη φωνή του και δεν είχε αφήσει κανένα συναίσθημα να τη χρωματίσει. Μόνο ακουγόταν κουρασμένος, πιο κουρασμένος από κάθε άλλον που είχε δει ποτέ στη ζωή της.

Η φωνή της Σιουάν ήταν κι αυτή σχεδόν εξίσου ουδέτερη. «Την τελευταία φορά που είχα νέα τους, ήταν σώες και ασφαλείς. Δεν μπορώ να πω πού βρίσκονται τώρα. Θα προτιμούσες να ήταν εδώ, σ' όλη αυτή την αντάρα;»

«Δεν θέλω ν' ακούω τα παιχνίδια με τις λέξεις των Άες Σεντάι», της είπε μαλακά. «Πες μου πού πήγαν, ξεκάθαρα, για να καταλάβω ότι λες την αλήθεια».

«Στο Ίλιαν», είπε η Σιουάν χωρίς να διστάσει. «Στην πόλη του Ίλιαν. Μελετούν με μια Άες Σεντάι ονόματι Μάρα Τομάνες. Κανονικά πρέπει να βρίσκονται ακόμα εκεί».

«Δεν είναι στο Δάκρυ», μουρμούρισε αυτός. Για μια στιγμή φάνηκε να το ξανασκέφτεται. «Λένε ότι είσαι Σκοτεινόφιλη. Αυτό θα σήμαινε Μαύρο Άτζα, σωστά;» είπε απότομα.

«Αν το πιστεύεις στ' αλήθεια», είπε γαλήνια η Σιουάν, «τότε πάρε μου το κεφάλι».

Η Μιν παραλίγο να ουρλιάξει, καθώς τα δάχτυλά του άσπριζαν στη λαβή του σπαθιού. Σήκωσε αργά το χέρι της και ακούμπησε τα δάχτυλά της πάνω στη λαβή, προσέχοντας να μην τον κάνει να νομίσει ότι ήθελε κάτι άλλο. Ήταν σαν να ακουμπούσε βράχο. «Γκάγουιν, με ξέρεις. Αποκλείεται να πιστεύεις ότι θα βοηθούσα το Μαύρο Άτζα». Το βλέμμα του δεν έφυγε στιγμή από το πρόσωπο της Σιουάν, δεν βλεφάρισε καθόλου. «Γκάγουιν, η Ηλαίην υποστηρίζει τη Σιουάν και όσα έχει κάνει. Η ίδια σου η αδελφή, Γκάγουιν». Το χέρι του ήταν ακόμα σαν βράχος. «Η Εγκουέν επίσης την πιστεύει, Γκάγουιν». Το χέρι του τρεμούλιασε κάτω από τα δάχτυλα της. «Σου το ορκίζομαι, Γκάγουιν. Η Εγκουέν την πιστεύει».

Το βλέμμα του για μια στιγμή στράφηκε σ' αυτήν και μετά ξαναγύρισε στη Σιουάν. «Γιατί να μη σε πάω σέρνοντας πίσω; Πες μου ένα λόγο».

Η Σιουάν του ανταπέδωσε το βλέμμα, δείχνοντας πιο ήρεμη από τη Μιν. «Μπορείς να το κάνεις· όσο κι αν πάλευα, δεν θα σε δυσκόλευα περισσότερο από ένα γατάκι. Χθες ήμουν μια από τις ισχυρότερες γυναίκες στον κόσμο. Ίσως η ισχυρότερη. Βασιλιάδες και βασίλισσες θα έρχονταν στο κάλεσμά μου, έστω κι αν μισούσαν τον Πύργο και ό,τι αυτός αντιπροσώπευε. Σήμερα φοβάμαι πως δεν θα έχω τι να φάω το βράδυ και θα πρέπει να κοιμηθώ κάτω από τους θάμνους. Η πιο ισχυρή γυναίκα στον κόσμο έχει μετατραπεί σε μια που ελπίζει να βρει μια φάρμα για να βγάζει το ψωμί της δουλεύοντας. Ό,τι κι αν νομίζεις ότι έκανα, τούτη δεν είναι αρκετή τιμωρία;»

«Ίσως», είπε αυτός ύστερα από μια στιγμή. Η Μιν πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης, καθώς ο άντρας θηκάρωνε το σπαθί του με μια επιδέξια κίνηση. «Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που σε αφήνω να φύγεις. Η Ελάιντα μάλλον θα σου κόψει το κεφάλι στο τέλος και αυτό δεν μπορώ να το επιτρέψω. Θέλω να μη χαθούν όλα αυτά που ξέρεις, αν τα χρειαστώ».

«Γκάγουιν», είπε η Μιν, «έλα μαζί μας». Τις μέρες που θα ακολουθούσαν, ίσως να αποδεικνυόταν χρήσιμος ένας ξιφομάχος εκπαιδευμένος από Προμάχους. «Έτσι θα την έχεις δίπλα για να απαντήσει στις ερωτήσεις σου». Η ματιά της Σιουάν καρφώθηκε για μια στιγμή πάνω της και ύστερα ξαναγύρισε στο πρόσωπο του Γκάγουιν, χωρίς να δείχνει αγανάκτηση· η Μιν συνέχισε να πιέζει. «Γκάγουιν, η Εγκουέν και η Ηλαίην πιστεύουν σ' αυτή τη γυναίκα. Δεν μπορείς να πιστέψεις κι εσύ;»

«Μη ζητάς περισσότερα απ' όσα μπορώ να δώσω», είπε αυτός χαμηλόφωνα. «Θα σας πάω στην κοντινότερη πύλη. Χωρίς εμένα δεν θα βγαίνατε ποτέ. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω, Μιν, και είναι παραπάνω απ' ό,τι θα έπρεπε κανονικά να κάνω. Έχει διαταχθεί η σύλληψή σου· το ήξερες;» Το βλέμμα του ξαναγύρισε στη Σιουάν. «Αν τους συμβεί τίποτα», είπε με εκείνη την ανέκφραστη φωνή, «αν συμβεί κάτι στην Εγκουέν ή στην αδελφή μου, θα σε βρω, όπου κι αν κρύβεσαι, και θα πάθεις το ίδιο». Ξαφνικά απομακρύνθηκε καμιά δεκαριά βήματα και στάθηκε με τα χέρια σταυρωμένα και το κεφάλι σκυμμένο, σαν να μην άντεχε να τις κοιτάζει άλλο πια.