Η Σιουάν σήκωσε το χέρι στο λαιμό της· μια κόκκινη γραμμούλα στο λευκό δέρμα της έδειχνε πού είχε ακουμπήσει η λεπίδα του. «Ζούσα πολύ καιρό με τη Δύναμη», είπε με ένα τρέμουλο στη φωνή. «Είχα ξεχάσει πώς είναι να αντιμετωπίζεις κάποιον που μπορεί να σε αρπάξει και να σε σπάσει σαν ξερόκλαδο». Κοίταξε τη Ληάνε σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά και μετά της άγγιξε το πρόσωπο, σαν να μην ήξερε με τι μοιάζει. «Απ' ό,τι έχω διαβάσει, κανονικά αργεί περισσότερο να σβήσει, αλλά μάλλον συντέλεσε σ' αυτό η κακομεταχείριση από την Ελάιντα. Την αποκάλεσε μεταμφίεση ο Γκάγουιν κι ίσως σαν τέτοια να μας χρησιμεύσει». Ανέβηκε αδέξια στη ράχη της Μπέλα και κράτησε τα χαλινάρια σαν να νόμιζε ότι η δασύτριχη φοράδα ήταν κάποιος ζωηρός επιβήτορας. «Φαίνεται ότι τούτο είναι άλλο ένα πλεονέκτημα του... Πρέπει να μάθω να το λέω χωρίς να φοβάμαι. Με σιγάνεψαν». Το είπε αργά και προσεκτικά· ύστερα ένευσε. «Έτσι. Κρίνοντας από τη Ληάνε, έχω χάσει περίπου δεκαπέντε χρόνια, μπορεί και παραπάνω. Ξέρω γυναίκες που θα πλήρωναν οποιοδήποτε αντίτιμο γι' αυτό. Τρίτο πλεονέκτημα». Κοίταξε τον Γκάγουιν. Τους είχε ακόμα γυρισμένη την πλάτη, αλλά καλού-κακού χαμήλωσε τη φωνή της. «Μαζί με το γεγονός ότι μου λύθηκε η γλώσσα, ας πούμε; Χρόνια είχα να σκεφτώ τη Μάρα. Παιδική μου φίλη».
«Τώρα θα γερνάς όπως και εμείς οι άλλες;» ρώτησε η Μιν ανεβαίνοντας στη σέλα της. Καλύτερα αυτό, παρά να σχολίαζε το ζήτημα του ψέματος. Και θα έκανε καλά να θυμόταν ότι τώρα μπορούσε να πει ψέματα. Η Ληάνε ανέβηκε στην τρίτη φοράδα με άνεση και την έβαλε να κάνει έναν κύκλο, δοκιμάζοντας το βηματισμό της· σίγουρα είχε ξανανέβει σε άλογο.
Η Σιουάν κούνησε το κεφάλι. «Στ' αλήθεια δεν ξέρω. Καμία σιγανεμένη γυναίκα δεν έχει ζήσει αρκετά για να φανεί αν είναι έτσι. Εγώ σκοπεύω να το κάνω».
«Θα ξεκινήσετε καμιά στιγμή», ρώτησε τραχιά ο Γκάγουιν, «ή θα καθίσετε να φλυαρείτε;» Δίχως να περιμένει απάντηση, χώθηκε στα δέντρα.
Σπιρούνισαν τις φοράδες και τον ακολούθησαν. Η Σιουάν τράβηξε μπροστά την κουκούλα για να κρύψει το πρόσωπό της. Με μεταμφίεση ή χωρίς, δεν θα ριψοκινδύνευε καθόλου. Η Ληάνε ήδη είχε χωθεί όσο πιο βαθιά μπορούσε στη δική της κουκούλα. Ύστερα από μια στιγμή η Μιν τις μιμήθηκε. Η Ελάιντα ήθελε να τη συλλάβει; Αυτό σήμαινε ότι ήξερε πως η «Ελμιντρέντα» ήταν η Μιν. Πόσο καιρό το γνώριζε; Πόσο καιρό τριγυρνούσε εκεί η Μιν και νόμιζε ότι ήταν κρυμμένη, ενώ η Ελάιντα την παρακολουθούσε και την περνούσε για χαζή; Η σκέψη την έκανε να ανατριχιάσει.
Πρόφτασαν τον Γκάγουιν σε ένα χαλικοστρωμένο δρομάκι και τότε εμφανίστηκαν καμιά εικοσαριά νεαροί, μπορεί και περισσότεροι, που έρχονταν προς το μέρος τους, μερικοί λίγα χρόνια μεγαλύτεροί του, άλλοι σχεδόν αγόρια. Η Μιν υποψιάστηκε ότι αυτοί οι τελευταίοι ακόμα δεν είχαν καν φτάσει σε ηλικία να ξυρίζονται, τουλάχιστον όχι τακτικά. Όλοι είχαν σπαθί στη ζώνη ή στη ράχη, ενώ τρεις-τέσσερις φορούσαν θώρακα με ελάσματα. Αρκετοί είχαν ματωμένους επιδέσμους και οι περισσότεροι φορούσαν ρούχα λεκιασμένα με αίμα. Όλοι είχαν το αποφασισμένο βλέμμα του Γκάγουιν. Βλέποντάς τον, σταμάτησαν και χτύπησαν τη δεξιά γροθιά στο στήθος. Ο Γκάγουιν, χωρίς να σταματήσει, ανταπέδωσε το χαιρετισμό μ' ένα νεύμα και οι νεαροί πήραν θέση πίσω από τα άλογα των γυναικών.
«Οι μαθητές;» μουρμούρισε η Σιουάν. «Πήραν κι αυτοί μέρος στις μάχες;»
Η Μιν ένευσε ανέκφραστη. «Αυτοαποκαλούνται Παλικαράκια».
«Ταιριαστό όνομα». Η Σιουάν αναστέναξε.
«Μερικοί είναι ακόμα παιδιά», μουρμούρισε η Ληάνε.
Η Μιν δεν θα τους έλεγε τώρα ότι Πρόμαχοι από το Γαλάζιο και το Πράσινο Άτζα σκόπευαν να τις απελευθερώσουν πριν σιγανευτούν και ότι ίσως να το είχαν πετύχει, αν ο Γκάγουιν δεν είχε ξεσηκώσει τους μαθητές, που ήταν «παιδιά» κι αυτοί, οδηγώντας τους στον Πύργο για να σταματήσουν τους Προμάχους. Η μάχη ήταν από τις πιο θανάσιμες, μαθητής εναντίον δασκάλου δίχως έλεος, δίχως οίκτο.
Οι ψηλές Πύλες του Αλιντρέλε με τα μπρούτζινα διακοσμητικά στέκονταν ανοιχτές αλλά φυλαγμένες καλά. Κάποιοι φρουροί είχαν στο στήθος τη Φλόγα της Ταρ Βάλον, ενώ άλλοι φορούσαν εργατικά σακάκια, αταίριαστους θώρακες και κράνη ― η κανονική φρουρά και εκείνοι που είχαν έρθει μασκαρεμένοι σε κτίστες. Και οι μεν και οι δε έδειχναν σκληροί και πανούργοι, συνηθισμένοι να φέρουν όπλα, αλλά κρατούσαν απόσταση μεταξύ τους και κοιτάζονταν χωρίς εμπιστοσύνη. Ένας αξιωματικός, που έδειχνε ψημένος στη δουλειά του, ξεχώριζε από τους άλλους φρουρούς του Πύργου και με τα χέρια σταυρωμένα παρακολουθούσε τον Γκάγουιν και τους άλλους να πλησιάζουν.
«Σύνεργα γραφής!» είπε αυστηρά ο Γκάγουιν. «Γρήγορα!»
«Εσείς θα είστε τα Παλικαράκια που άκουσα», είπε ο βετεράνος. «Ωραίοι μου φαίνεστε και σίγουρα θα βράζει το αίμα σας, αλλά έχω διαταγές να μη βγει κανένας από τον περίβολο του Πύργου. Υπογραμμένες από την ίδια την Έδρα της Άμερλιν. Ποιος νομίζεις ότι είσαι που θα τις ακυρώσεις;»