Выбрать главу

Ο Γκάγουιν σήκωσε αργά το κεφάλι. «Είμαι ο Γκάγουιν Τράκαντ του Άντορ», είπε μαλακά. «Και είτε θα δω αυτές τις γυναίκες να φεύγουν από δω, είτε θα σε δω νεκρό». Τα άλλα Παλικαράκια πλησίασαν πίσω του κι απλώθηκαν για να αντιμετωπίσουν τους φρουρούς με τα χέρια στα σπαθιά, χωρίς να ανοιγοκλείνουν τα μάτια, ίσως χωρίς να νοιάζονται που οι άλλοι ήταν περισσότεροι.

Ο βετεράνος ανασάλεψε ανήσυχα. «Είναι αυτός που λένε ότι σκότωσε τον Χάμαρ και τον Κούλιν», μουρμούρισε κάποιος άλλος.

Έπειτα από μια παύση, ο αξιωματικός έκανε νόημα με το κεφάλι προς το φυλάκιο κι ένας φρουρός έτρεξε μέσα και γύρισε με ένα φορητό γραφείο, όπου σε μια μπρούτζινη θήκη στη γωνιά έκαιγε ένα μικρό, κόκκινο βουλοκέρι. Ο Γκάγουιν έβαλε τον άλλο να κρατήσει το γραφείο, ενώ αυτός έγραφε με φούρια.

«Έτσι θα περάσετε από τους φρουρούς της γέφυρας», είπε στάζοντας μια λιμνούλα από κόκκινο κερί κάτω από την υπογραφή του. Πάτησε εκεί πάνω δυνατά το δαχτυλίδι με τη σφραγίδα του.

«Σκότωσες τον Κούλιν;» είπε η Σιουάν με έναν παγερό τόνο, που θα ταίριαζε στο προηγούμενο αξίωμά της. «Και τον Χάμαρ;»

Της Μιν της κόπηκε η ανάσα. Μη μιλάς, Σιουάν. Θυμήσου ποια είσαι τώρα και μη μιλάς!

Ο Γκάγουιν γύρισε για να αντικρίσει τις τρεις γυναίκες με μάτια σαν γαλάζια φωτιά. «Ναι», είπε βραχνά. «Ήταν φίλοι μου και τους σεβόμουν, αλλά συμπαρατάχθηκαν με... με τη Σιουάν Σάντσε και αναγκάστηκα να —» Έσπρωξε απότομα στα χέρια της Μιν το χαρτί που κρατούσε. «Πηγαίνετε! Πηγαίνετε, πριν αλλάξω γνώμη!» Της κέντρισε τη φοράδα και χίμηξε για να χτυπήσει τα άλλα δύο άλογα, ενώ το άλογο της Μιν ήδη χιμούσε από τις ανοιχτές πύλες. «Πηγαίνετε!»

Η Μιν άφησε το άλογο της να τροχάσει στη λαμπρή πλατεία γύρω από τον περίβολο του Πύργου, ενώ η Σιουάν και η Ληάνε βρίσκονταν ακριβώς από πίσω της. Η πλατεία ήταν άδεια, το ίδιο και οι δρόμοι πιο πέρα. Το ποδοβολητό των αλόγων ηχούσε κούφιο στις πλάκες του οδοστρώματος. Όποιοι δεν το είχαν σκάσει από την πόλη, κρύβονταν.

Η Μιν μελετούσε το χαρτί του Γκάγουιν καθώς προχωρούσαν. «Εδώ λέει μόνο ότι έχουμε άδεια να φύγουμε. Μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε όχι μόνο στις γέφυρες, αλλά και για να επιβιβαστούμε σε πλοίο». Της φαινόταν συνετό να πάνε σε κάποιο μέρος που δεν το ήξερε κανείς, ούτε ακόμα και ο Γκάγουιν. Δεν φανταζόταν ότι ο Γκάγουιν θα άλλαζε γνώμη, αλλά ήταν στα όριά του και με μια λάθος κίνηση θα γινόταν χίλια κομμάτια.

«Ίσως να είναι μια καλή ιδέα», είπε η Ληάνε. «Ανέκαθεν νόμιζα ότι από τους δύο αυτούς, ο πιο επικίνδυνος ήταν ο Γκάλαντ, αλλά δεν ξέρω πια. Ο Χάμαρ και ο Κούλιν...» Ανατρίχιασε. «Με το πλοίο θα φτάσουμε πιο μακριά, πιο γρήγορα απ' όσο μπορούν να μας πάνε τα άλογα».

Η Σιουάν κούνησε το κεφάλι. «Σίγουρα οι περισσότερες Άες Σεντάι που το έσκασαν θα έχουν περάσει από τις γέφυρες. Είναι ο πιο γρήγορος δρόμος για να βγεις από την πόλη αν σε κυνηγάει κάποιος, πιο γρήγορο από το να περιμένεις το πλήρωμα του πλοίου να σηκώσει πανιά. Για να τις ξαναμαζέψω, πρέπει να μείνω κοντά στην Ταρ Βάλον».

«Δεν θα σε ακολουθήσουν», είπε η Ληάνε με μια σιγουριά όλο νόημα. «Δεν έχεις πια το δικαίωμα να φοράς το επιτραχήλιο. Ούτε καν το επώμιο και το δαχτυλίδι».

«Μπορεί να μη φορώ πια το επιτραχήλιο», είπε ρητά η Σιουάν, «αλλά ξέρω πώς να προετοιμάσω ένα πλήρωμα για την επερχόμενη καταιγίδα. Κι αφού δεν μπορώ να φορέσω το επώμιο, πρέπει να φροντίσω να διαλέξουν την κατάλληλη γυναίκα στη θέση μου. Δεν θα επιτρέψω στην Ελάιντα να λέει ότι είναι η Άμερλιν. Πρέπει να είναι κάποια ισχυρή στη Δύναμη, κάποια που να βλέπει τα πράγματα με το σωστό μάτι».

«Σκοπεύεις, λοιπόν, να συνεχίσεις να βοηθάς αυτό τον... τον Δράκοντα!» ξέσπασε η Ληάνε.

«Τι άλλο θες να κάνω; Να ζαρώσω στη γωνιά και να πεθάνω;»

Η Ληάνε ανατρίχιασε, σαν να είχε δεχτεί ράπισμα, και για λίγη ώρα συνέχισαν να προχωρούν αμίλητες. Τα μυθικά κτίρια ολόγυρά τους, σαν γκρεμοί σμιλεμένοι από άνεμο, κύματα και μεγάλα σμήνη πουλιών, φάνταζαν απειλητικά τώρα που στους δρόμους δεν ήταν κανείς άλλος εκτός από τις τρεις γυναίκες και ένα μοναχικό άντρα, που είχε βγει βιαστικά από μια γωνιά μπροστά τους και προχωρούσε τρυπώνοντας πότε στη μια πόρτα και πότε στην άλλη, σαν να έκανε ανίχνευση για να τους ανοίξει το δρόμο. Αυτός ο άντρας δεν έκανε την ερημιά περισσότερο υποφερτή· αντίθετα, την τόνιζε.

«Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;» είπε τελικά η Ληάνε. Τώρα είχε σωριαστεί στη σέλα σαν σάκος με σιτάρι. «Νιώθω τόσο... άδεια. Άδεια».