«Βρες κάτι να σε γεμίσει», της είπε σταθερά η Σιουάν. «Οτιδήποτε. Μαγείρεψε για τους πεινασμένους, περιποιήσου τους φτωχούς, βρες σύζυγο και κάνε ένα σπίτι γεμάτο με παιδιά. Εγώ θα φροντίσω να μη μείνει ατιμώρητη η Ελάιντα. Σχεδόν θα τη συγχωρούσα, αν πίστευε στ' αλήθεια ότι είχα βάλει τον Πύργο σε κίνδυνο. Σχεδόν θα τη συγχωρούσα. Σχεδόν. Αλλά την πλημμυρίζει ο φθόνος από τη μέρα που έγινα Άμερλιν εγώ, αντί για εκείνη. Αυτό είναι το κύριο κίνητρό της και γι' αυτό σκοπεύω να την γκρεμίσω από κει που κάθεται. Αυτό με γεμίζει, Ληάνε. Αυτό, και το γεγονός ότι ο Ραντ αλ'Θόρ δεν πρέπει να πέσει στα χέρια της».
«Ίσως αυτό να αρκεί». Η γυναίκα με το δέρμα στο χρώμα του μπρούτζου έμοιαζε να αμφιβάλλει, αλλά ίσιωσε το σώμα όπως καθόταν. Υπήρχε μια αντίθεση ανάμεσα στην εμπειρία της Ληάνε με τα άλογα και στον αδέξιο τρόπο που καθόταν η Σιουάν στην κοντύτερη φοράδα, κάτι που την έκανε να μοιάζει με αρχηγό της ομάδας. «Αλλά πώς ν' αρχίσουμε; Έχουμε τρία άλογα, τα ρούχα που φοράμε και ό,τι έχει η Μιν στο θύλακό της. Δεν φτάνουν για να αψηφήσουμε τον Πύργο».
«Χαίρομαι που δεν προτίμησες το σύζυγο και το νοικοκυριό. Θα βρούμε άλλες —» Η Σιουάν έκανε μια γκριμάτσα. «Θα βρούμε Άες Σεντάι που το έσκασαν, θα βρούμε ό,τι θέλουμε. Ίσως να έχουμε περισσότερα απ' όσα νομίζεις, Ληάνε. Μιν, τι λέει η άδεια που μας έδωσε ο Γκάγουιν; Αναφέρει τρεις γυναίκες; Τι; Γρήγορα, κορίτσι μου».
Η Μιν της αντιγύρισε τη βλοσυρή ματιά. Η Σιουάν κοίταζε τον άντρα που κρυβόταν μπροστά τους· ήταν ένας μεγαλόσωμος μελαχρινός, που φορούσε καλά ρούχα, αλλά σε καταθλιπτικά καφετιά χρώματα. Η γυναίκα δίπλα της μιλούσε σαν να ήταν ακόμα Άμερλιν. Ε, αυτό δεν ήθελα, να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή της;
Η Σιουάν γύρισε και την κοίταξε με το κοφτερό, γαλανό βλέμμα της· με κάποιον τρόπο, έμοιαζε επιβλητικό όσο και πριν. «“Οι φέρουσες την επιστολή έχουν διαταχθεί να αναχωρήσουν από την Ταρ Βάλον βάσει δικής μου εξουσίας”», παρέθεσε βιαστικά η Μιν από στήθους, «“Όποιος φέρει εμπόδιο στο δρόμο τους, θα λογοδοτήσει σε μένα”. Υπογραφή —»
«Ξέρω πώς τον λένε», είπε απότομα η Σιουάν. «Ακολουθήστε με». Σπιρούνισε την Μπέλα και παραλίγο να πέσει από τη σέλα όταν η δασύτριχη φοράδα άρχισε έναν αργό καλπασμό. Κρατήθηκε όμως, αναπηδώντας αδέξια και χτυπώντας τη φοράδα για να κάνει πιο γρήγορα.
Η Μιν αντάλλαξε μια ξαφνιασμένη ματιά με τη Ληάνε και άρχισαν να καλπάζουν στο κατόπι της. Ο άντρας κοίταξε πίσω όταν άκουσε οπλές και μετά άρχισε να τρέχει, αλλά η Σιουάν έβαλε την Μπέλα να του κόψει το δρόμο· αυτός έπεσε πάνω στη φοράδα μ' ένα μούγκρισμα. Η Μιν τις έφτασε και άκουσε τη Σιουάν να μιλάει στον άντρα. «Δεν φανταζόμουν ότι θα σε συναντούσα εδώ, Λογκαίν», του έλεγε.
Η Μιν έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Αυτός ήταν. Τα απελπισμένα μάτια και το ωραίο πρόσωπο, με τα μαύρα μαλλιά που έπεφταν σγουρά στους μεγάλους του ώμους, δεν άφηναν περιθώριο λάθους. Ένας άντρας που σίγουρα ο Πύργος τον ήθελε όσο και τη Σιουάν.
Ο Λογκαίν έπεσε στα γόνατα, σαν να μην τον βαστούσαν πια τα εξαντλημένα πόδια του. «Δεν μπορώ να πειράξω κανέναν πια», είπε κουρασμένα. «Ήθελα μόνο να φύγω, να πεθάνω κάπου ήσυχα. Αν ξέρατε τι είναι να έχεις χάσει...» Η Ληάνε τράβηξε τα χαλινάρια θυμωμένη όταν αυτός σταμάτησε· ο άντρας ξανάρχισε δίχως να το προσέξει. «Οι γέφυρες φρουρούνται. Δεν αφήνουν κανέναν να περάσει. Δεν με ήξεραν, αλλά δεν με άφησαν να περάσω. Δοκίμασα παντού». Ξαφνικά γέλασε κουρασμένα, αλλά σαν να ήταν πράγματι αστείο. «Δοκίμασα παντού».
«Νομίζω», είπε η Μιν, προσέχοντας τα λόγια της, «ότι πρέπει να φύγουμε. Σίγουρα θέλει να αποφύγει εκείνες που τον κυνηγάνε». Η Σιουάν της έριξε μια παγερή, σκληρή ματιά, που σχεδόν την έκανε να στρίψει το άλογό της. Δεν θα ήταν καθόλου άσχημο αν είχε διατηρήσει λίγη από την αβεβαιότητα που έδειχνε νωρίτερα.
Ο μεγαλόσωμος άντρας ύψωσε το κεφάλι και τις κοίταξε με τη σειρά, σμίγοντας αργά τα φρύδια. «Δεν είστε Άες Σεντάι. Τι είστε; Τι με θέλετε;»
«Είμαι αυτή που μπορεί να σε βγάλει από την Ταρ Βάλον», του είπε η Σιουάν. «Και που ίσως σου προσφέρει την ευκαιρία να χτυπήσεις το Κόκκινο Άτζα. Πες μου, δεν θα ήθελες την ευκαιρία να εκδικηθείς αυτούς που σε συνέλαβαν;»
Ένα ρίγος τον διέτρεξε. «Τι πρέπει να κάνω;» είπε αργά.
«Να με ακολουθήσεις», αποκρίθηκε αυτή. «Ακολούθησέ με και μην ξεχνάς ότι είμαι η μοναδική σ' ολόκληρο τον κόσμο που μπορεί να σου δώσει την ευκαιρία να εκδικηθείς».
Γονατιστός όπως ήταν, τις περιεργάστηκε με γερμένο το κεφάλι, εξετάζοντας κάθε πρόσωπο ξεχωριστά και ύστερα σηκώθηκε, με τα μάτια καρφωμένα στη Σιουάν. «Είμαι μαζί σου», είπε ανέκφραστα.
Η Ληάνε φαινόταν να μην πιστεύει στα μάτια της και το ίδιο ένιωθε και η Μιν. Στο όνομα του Φωτός, τι μπορεί να χρειαζόταν η Σιουάν έναν άντρα αμφιβόλου λογικής, που κάποτε είχε ψευδώς αυτοανακηρυχθεί Αναγεννημένος Δράκοντας; Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να στρεφόταν εναντίον τους για να κλέψει ένα από τα άλογά τους! Κοιτώντας το μπόι του, τους μεγάλους ώμους του, η Μιν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να έχουν τα μαχαίρια έτοιμα. Ξαφνικά, για μια στιγμή, ένας φλογερός φωτοστέφανος, χρυσός και γαλάζιος, άστραψε γύρω από το κεφάλι του, λέγοντας για τη δόξα που έμελλε να έρθει, με την ίδια σιγουριά που της το είχε πει και την πρώτη φορά που το είχε δει. Ανατρίχιασε. Θεάσεις. Εικόνες.