Κοίταξε πάνω από τον ώμο της τον Πύργο, το χοντρό, λευκό κτίριο που δέσποζε στην πόλη, ψηλό κι ακέραιο, που όμως ήταν τσακισμένο, σαν να είχε ήδη μετατραπεί σε ερείπια. Για μια στιγμή σκέφτηκε τις εικόνες που είχε δει, μόνο για μια στιγμή, να τρεμοφέγγουν γύρω από το κεφάλι του Γκάγουιν. Τον Γκάγουιν να γονατίζει στα πόδια της Εγκουέν με το κεφάλι σκυμμένο και τον Γκάγουιν να κόβει το λαιμό της Εγκουέν, πρώτα το ένα και μετά το άλλο, σαν να μπορούσε να συμβεί στο μέλλον είτε το ένα, είτε το άλλο.
Αυτά που έβλεπε σπανίως ήταν τόσο σαφή στο μήνυμά τους όσο αυτά τα δύο και ποτέ άλλοτε δεν είχε δει αυτό το πετάρισμα, την εναλλαγή, σαν να μην ήξερε ούτε η θέαση ποιο θα ήταν το αληθινό μέλλον. Και το χειρότερο ήταν ότι είχε μια αίσθηση, σχεδόν βεβαιότητα, ότι αυτό που είχε κάνει σήμερα είχε στρέψει τον Γκάγουιν προς μια απ' αυτές τις δύο πιθανότητες.
Παρά τον ήλιο, ανατρίχιασε ξανά. Ό,τι έγινε, έγινε. Κοίταξε τις δύο Άες Σεντάι —πρώην Άες Σεντάι― που τώρα εξέταζαν τον Λογκαίν σαν να ήταν εκπαιδευμένο κυνηγόσκυλο, άγριο, ίσως επικίνδυνο, αλλά χρήσιμο. Η Σιουάν και η Ληάνε γύρισαν τα άλογα προς το ποτάμι, με τον Λογκαίν να περπατά ανάμεσά τους. Η Μιν ακολούθησε πιο αργά. Φως μου, μακάρι να άξιζε.
48
Μια Προσφορά Που Απορρίπτεται
«Τέτοιες γυναίκες σου αρέσουν;» είπε περιφρονητικά η Αβιέντα. Ο Ραντ την κοίταξε εκεί που προχωρούσε δίπλα στον αναβολέα του Τζήντ'εν, φορώντας χοντρή φούστα και έχοντας μια καφετιά εσάρπα τυλιγμένη γύρω από το κεφάλι της. Τα μεγάλα, πρασινογάλανα μάτια γύρισαν πάνω και τον αγριοκοίταξαν από τη σκιά της εσάρπας, σαν να ευχόταν να κρατούσε ακόμα το δόρυ που είχε πάρει στην επίθεση των Τρόλοκ, για το οποίο οι Σοφές την είχαν ψέξει.
Μερικές φορές ο Ραντ ένιωθε αμήχανα έτσι που η Αβιέντα περπατούσε ενώ αυτός ίππευε, αλλά είχε προσπαθήσει να περπατήσει πλάι της και τα πόδια του τον παρακαλούσαν να ξανανεβεί στο άλογο. Μερικές φορές —ελάχιστες― κατόρθωνε να την ανεβάσει πίσω του, στη σέλα, παραπονούμενος ότι του πιανόταν ο λαιμός έτσι που της μιλούσε. Όπως είχε αποδειχτεί, δεν ήταν απαράβατο το έθιμο να μην ανεβαίνει στο άλογο, όμως η Αβιέντα συνήθιζε να πηγαίνει κυρίως πεζή, νιώθοντας περιφρόνηση για εκείνους που δεν χρησιμοποιούσαν τα πόδια τους. Ένας Αελίτης να γελούσε, ειδικά μια Κόρη, ή έστω κάποιος να απέστρεφε το βλέμμα, και αυτό της έφτανε για να κατέβει αστραπιαία από τον Τζήντ'εν.
«Είναι μαλθακή, Ραντ αλ'Θόρ. Αδύναμη».
Ο Ραντ κοίταξε πίσω του τη λευκή άμαξα, σαν κουτί, που οδηγούσε το καραβάνι των πραματευτών, σχηματίζοντας ένα φίδι απλωμένο δεξιά κι αριστερά στο σκονισμένο, ανώμαλο τοπίο, που ο ήμερα το συνόδευαν πάλι οι Κόρες του Τζίντο. Η Ισέντρε ήταν μαζί με τον Καντίρ και τον αμαξά του, καθισμένη στη βαριά αγκαλιά του πραματευτή με το σαγόνι της στον ώμο του, ενώ αυτός κρατούσε μια μικρή, γαλάζια, μεταξωτή ομπρελίτσα για να την προφυλάγει —όπως και τον ίδιο― από τον καυτό ήλιο. Ο Καντίρ, παρ' όλο που φορούσε ένα λευκό σακάκι, σκούπιζε συνεχώς το μελαψό πρόσωπό του με ένα μεγάλο μαντίλι, υποφέροντας περισσότερο στον ήλιο απ' όσο αυτή, που φορούσε μια γυαλιστερή, κολλητή εσθήτα, η οποία ήταν ασορτί με το παρασόλι. Ο Ραντ δεν ήταν κοντά για να είναι σίγουρος, αλλά του φαινόταν ότι τα μάτια της, κάτω από την αιθέρια εσάρπα, που ήταν τυλιγμένη γύρω από το πρόσωπο και το κεφάλι της, ήταν στραμμένα πάνω του. Συνήθως φαινόταν να τον παρακολουθεί. Ο Καντίρ δεν έδειχνε να ενοχλείται.
«Δεν νομίζω ότι η Ισέντρε είναι μαλθακή», είπε χαμηλόφωνα στρώνοντας το σούφα γύρω από το κεφάλι του· κατά κάποιον τρόπο, τον προστάτευε από τον ήλιο που έκανε τον τόπο να βράζει. Είχε αρνηθεί να υιοθετήσει την πλήρη Αελίτικη ενδυμασία, παρ' όλο που ήταν πολύ πιο κατάλληλη γι' αυτό το κλίμα από το κόκκινο σακάκι του. Παρά το αίμα του, παρά τα σημάδια στους πήχεις, δεν ήταν Αελίτης και δεν θα προσποιούταν ότι είναι. Ό,τι κι αν αναγκαζόταν να κάνει, θα κρατούσε αυτό το ύστατο απομεινάρι της αξιοπρέπειάς του. «Δεν θα έλεγα κάτι τέτοιο».
Στο κάθισμα του οδηγού, στη δεύτερη άμαξα, πάλι τσακώνονταν η χοντρή Κάιλι και ο βάρδος, ο Νατάελ. Ο Νατάελ κρατούσε τα γκέμια, αν και δεν οδηγούσε τόσο καλά όσο ο άντρας που έκανε συνήθως τη δουλειά. Μερικές φορές έριχναν κι αυτοί στον Ραντ κλεφτές ματιές, πριν ξαναπιάσουν τον καβγά. Αλλά βέβαια αυτό το έκαναν όλοι ― η μακριά φάλαγγα των Τζίντο, στην άλλη πλευρά του, καθώς και οι Σοφές παραπέρα, με τη Μουαραίν, την Εγκουέν και τον Λαν. Του φαινόταν ότι υπήρχαν κεφάλια που γυρνούσαν και τον κοιτούσαν ακόμα και από εκείνη την πιο μακρινή, χοντρή φάλαγγα των Σάιντο. Δεν τον ξάφνιαζε αυτό, ούτε τώρα, ούτε και όταν το είχαν κάνει την πρώτη φορά. Ήταν Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή. Όλοι ήθελαν να μάθουν τι θα έκανε. Σύντομα θα το μάθαιναν.