Выбрать главу

«Μαλθακή», μούγκρισε η Αβιέντα. «Η Ηλαίην δεν είναι μαλθακή. Ανήκεις στην Ηλαίην· δεν πρέπει να χαϊδεύεις με το βλέμμα αυτό το γύναιο, που έχει χέρια σαν γάλα». Κούνησε θυμωμένα το κεφάλι της, μονολογώντας χαμηλόφωνα. «Οι τρόποι μας την καταπλήσσουν. Δεν θα τους αποδεχόταν. Αλλά τι με νοιάζει κι αν τους δεχόταν; Δεν θέλω να ανακατευτώ! Δεν είναι δυνατόν! Αν μπορούσα, θα σε έκανα γκαϊ'σάιν και θα σε έδινα στην Ηλαίην».

«Γιατί να αποδεχτεί τους τρόπους των Αελιτών η Ισέντρε;»

Τον κοίταξε με γουρλωμένα τα μάτια, με μια τόσο έκπληκτη έκφραση, που αυτός γέλασε. Αμέσως εκείνη μούτρωσε, σαν να είχε κάνει κάτι που την είχε εξοργίσει. Δεν ήταν ευκολότερο να καταλάβεις τις Αελίτισσες απ' όσο τις άλλες γυναίκες.

«Εσύ, πάντως, δεν είσαι μαλθακή, Αβιέντα». Αυτό έπρεπε να το πάρει για κομπλιμέντο· τούτη η γυναίκα καμιά φορά ήταν σκληρή σαν ακονόπετρα. «Εξήγησέ μου πάλι για τις στεγοκυράδες. Αν ο Ρούαρκ είναι αρχηγός φατρίας του Τάαρνταντ και αρχηγός του Φρουρίου της Κρυόπετρας, τότε πώς το φρούριο ανήκει στη σύζυγό του και όχι σ' αυτόν;»

Εκείνη τον αγριοκοίταξε ακόμα μια φορά. Τα χείλη της άρχισαν να ανοιγοκλείνουν, καθώς μουρμούριζε μέσα από τα δόντια της, και μετά απάντησε. «Επειδή είναι στεγοκυρά, ανόητε υδρόβιε. Ο άντρας δεν μπορεί να έχει στην κατοχή του στέγη, όπως δεν μπορεί να έχει και δική του γη! Καμιά φορά εσείς οι υδρόβιοι κάνετε σαν απολίτιστοι».

«Αλλά αν η Λίαν είναι στεγοκυρά της Κρυόπετρας επειδή είναι σύζυγος του Ρούαρκ —»

«Αυτό είναι διαφορετικό! Δεν μπορείς να το καταλάβεις; Κι ένα παιδί θα το καταλάβαινε!» Πήρε μια βαθιά ανάσα και έστρωσε την εσάρπα γύρω από το πρόσωπο της. Ήταν μια όμορφη γυναίκα, αν εξαιρούσες το γεγονός ότι συνήθως τον κοίταζε σαν να είχε διαπράξει κάποιο έγκλημα σε βάρος της. Ποιο ήταν αυτό έγκλημα, ο Ραντ δεν ήξερε. Η ασπρομάλλα Μπάιρ, με το τραχύ, ηλιοψημένο πρόσωπο, η οποία ήταν πάντα απρόθυμη να συζητά για το Ρουίντιαν, του είχε πει τελικά, χωρίς να το θέλει, ότι η Αβιέντα δεν είχε επισκεφτεί τις γυάλινες κολώνες· αυτό θα το έκανε μόνο όταν θα ήταν έτοιμη να γίνει Σοφή. Γιατί λοιπόν τον μισούσε; Ήταν ένα μυστήριο στο οποίο θα ήθελε κάποια απάντηση.

«Θα στο θέσω από διαφορετική οπτική γωνία», του είπε. «Όταν μια γυναίκα είναι να παντρευτεί, αν δεν έχει ήδη στέγη, της φτιάχνει μία η οικογένειά της. Τη μέρα του γάμου της, ο καινούριος σύζυγος την παίρνει από την οικογένειά της στον ώμο του και οι αδελφοί του αποκρούουν τις αδελφές της, όμως στην πόρτα την κατεβάζει κάτω και ζητά την άδειά της για να μπει. Η στέγη είναι δική της. Μπορεί να...»

Αυτές οι διαλέξεις ήταν το πιο ευχάριστο πράγμα τις έντεκα μέρες και νύχτες μετά την επίθεση των Τρόλοκ. Όχι ότι η Αβιέντα στην αρχή ήταν πρόθυμη να μιλήσει, εκτός από ένα κήρυγμα που του είχε κάνει για την υποτιθέμενη κακομεταχείριση της Ηλαίην και μετά άλλο ένα, που τον έφερε σε αμηχανία, με το οποίο ήθελε να τον πείσει ότι η Ηλαίην ήταν η τέλεια γυναίκα. Η σιωπή σταμάτησε μόνο όταν ο Ραντ ανέφερε τυχαία στην Εγκουέν ότι, αν η Αβιέντα δεν ήθελε καν να του μιλά, τουλάχιστον ας σταματούσε να τον κοιτάζει. Μέσα σε μία ώρα, ένας γκαϊ'σάιν με άσπρη ρόμπα είχε έρθει για να πάρει την Αβιέντα.

Ο Ραντ δεν ήξερε τι της είχαν πει οι Σοφές, αλλά η Αβιέντα γύρισε έξαλλη και απαίτησε —απαίτησε!― να την αφήσει να του διδάξει για τα ήθη και τα έθιμα των Αελιτών. Το δίχως άλλο, έτρεφε την ελπίδα ότι θα καταλάβαινε τα σχέδια του από τις ερωτήσεις που θα της έκανε. Μετά τους φαρμακερούς, παρασκηνιακούς ελιγμούς των Δακρινών, η απροκάλυπτη κατασκοπεία των Σοφών ήταν αναζωογονητική. Πάντως ήταν συνετό να μάθει ό,τι μπορούσε και η συζήτηση με την Αβιέντα μπορούσε να γίνει ευχάριστη, ειδικά όταν αυτή ξεχνούσε ότι για κάποιο λόγο τον απεχθανόταν. Φυσικά, όποτε η Αβιέντα συνειδητοποιούσε ότι συζητούσαν σαν άνθρωποι και όχι σαν αιχμάλωτος και δεσμώτης, τότε την έπιαναν τα νεύρα της, σαν να την είχε παρασύρει σε κάποια παγίδα.