Выбрать главу

Αλλά έστω κι έτσι, οι συζητήσεις ήταν απολαυστικές κι ακόμα περισσότερο αν τις σύγκρινε με τις άλλες πτυχές του ταξιδιού τους. Άρχιζε, μάλιστα, να βρίσκει διασκεδαστικά τα νευράκια της, αν και ήταν αρκετά σοφός ώστε να μην της το αποκαλύψει. Τουλάχιστον ήταν τόσο απορροφημένη στο να αντικρίζει έναν άνθρωπο τον οποίο μισούσε, που δεν έβλεπε Εκείνον Που Έρχεται Με Την Αυγή, ή τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Μόνο τον Ραντ αλ'Θόρ. Εν πάση περιπτώσει, η Αβιέντα ήξερε τι γνώμη είχε γι' αυτόν. Όχι σαν την Ηλαίην, που με το ένα γράμμα είχε κάνει τα αφτιά του να κοκκινίσουν και με το άλλο τον είχε κάνει να αναρωτηθεί αν η Κόρη-Διάδοχος είχε βγάλει μυτερά δόντια και κέρατα, σαν Τρόλοκ.

Η Μιν ήταν σχεδόν η μοναδική γυναίκα που είχε συναντήσει ποτέ η οποία δεν τον είχε κάνει να σκέφτεται χωρίς να βγάζει άκρη. Αλλά τώρα βρισκόταν στον Πύργο —τουλάχιστον εκεί ήταν ασφαλής― στο μέρος που ο Ραντ σκόπευε να αποφύγει. Μερικές φορές σκεφτόταν ότι η ζωή θα ήταν πιο απλή αν ξεχνούσε τελείως τις γυναίκες. Τώρα η Αβιέντα είχε αρχίσει να τρυπώνει στα όνειρά του, λες και δεν έφταναν η Μιν και η Ηλαίην. Οι γυναίκες του έκαναν τα συναισθήματα ένα μπλεγμένο κουβάρι και τώρα έπρεπε να έχει καθαρό το μυαλό. Καθαρό και ψυχρό.

Συνειδητοποίησε ότι πάλι κοίταζε την Ισέντρε. Του κούνησε τα λεπτά δαχτυλάκια της πλάι στο αφτί του Καντίρ· ήταν σίγουρος ότι εκείνα τα σαρκώδη χείλη χαμογελούσαν. Α, βέβαια. Επικίνδυνη. Πρέπει να είμαι ψυχρός και σκληρός σαν ατσάλι. Κοφτερό ατσάλι.

Έντεκα μερόνυχτα, τώρα πλησίαζε το δωδέκατο, και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Μέρες και νύχτες όλο αλλόκοτους σχηματισμούς βράχων, με μυτερές και επίπεδες κορυφές που ξεπρόβαλλαν από μια τσακισμένη, ραγισμένη γη, την οποία διέσχιζαν βουνά που έμοιαζαν σπαρμένα στην τύχη. Μέρες που ο ήλιος σε έψηνε και οι άνεμοι σε έγδερναν, νύχτες που το κρύο σου έσπαζε τα κόκαλα. Ό,τι φύτρωνε, έμοιαζε να έχει αγκάθια κι αν δεν είχε, τότε σε έπιανε έντονη φαγούρα όταν το άγγιζες. Μερικά φυτά η Αβιέντα έλεγε ότι ήταν δηλητηριώδη· ο κατάλογος αυτών έμοιαζε μεγαλύτερος από εκείνων που ήταν βρώσιμα. Το μόνο νερό βρισκόταν σε κρυμμένες πηγές, αν και του έδειξε φυτά που σήμαιναν ότι, αν άνοιγες μια βαθιά τρύπα εκεί, θα γέμιζε αργά με αρκετό νερό για να ζήσουν ένας ή δύο άνθρωποι, καθώς κι άλλα, τα οποία μπορούσες να μασήσεις αν ήθελες να γευτείς έναν ξινό, νερουλό πολτό.

Μια νύχτα τα λιοντάρια σκότωσαν δύο άλογα φόρτου των Σάιντο κι όταν τα έδιωξαν από τη λεία τους, εξαφανίστηκαν στους ξεροπόταμους αφήνοντας βρυχηθμούς στο σκοτάδι. Ένας αμαξάς ενόχλησε ένα καφετί φιδάκι, καθώς έστηναν τον καταυλισμό τους την τέταρτη βραδιά. Δυο-βήματα, έτσι το αποκάλεσε η Αβιέντα και αργότερα το φίδι δικαίωσε το όνομά του. Ο άνθρωπος τσίριξε και προσπάθησε να τρέξει προς τις άμαξες, παρ' όλο που είχε δει τη Μουαραίν να τον πλησιάζει βιαστικά με τη φοράδα της· έπεσε με τα μούτρα κάτω στο δεύτερο βήμα που έκανε, νεκρός, πριν η Άες Σεντάι ξεπεζέψει από τη λευκή φοράδα της. Η Αβιέντα του παρέθεσε καταλόγους με δηλητηριώδη φίδια, αράχνες και σαύρες. Δηλητηριώδεις σαύρες! Του βρήκε μια τέτοια κάποια στιγμή, μια χοντρή σαύρα εξήντα πόντους στο μάκρος, με κίτρινες ρίγες, οι οποίες κατηφόριζαν τις μπρουτζόχρωμες φολίδες της. Την ακινητοποίησε ανέμελα με τη μαλακιά μπότα της, της τρύπησε το πλατύ κεφάλι με το μαχαίρι και μετά τη σήκωσε για να δει ο Ραντ το διαυγές, ελαιώδες υγρό που κυλούσε από τις αιχμηρές, οστέινες, επιμήκεις προεξοχές στο στόμα της. Το γκάρα, του εξήγησε, μπορούσε με το δάγκωμα να τρυπήσει την μπότα· μπορούσε, επίσης, να σκοτώσει ταύρο. Φυσικά, υπήρχαν και χειρότερες. Το γκάρα ήταν αργό και όχι πολύ επικίνδυνο, παρά μόνο αν έκανες τη βλακεία να το πατήσεις. Όταν πέταξε την πελώρια σαύρα από τη λεπίδα της, το μπρούτζινο χρώμα έγινε ένα με το σκασμένο πηλό. Α, ναι. Μόνο μην κάνεις τη βλακεία να το πατήσεις.

Η Μουαραίν μοίραζε το χρόνο της ανάμεσα στις Σοφές και τον Ραντ, συνήθως προσπαθώντας, με το γνωστό τρόπο των Άες Σεντάι, να τον κάνει να της φανερώσει τα σχέδια του. «Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει», του είχε πει μόλις το ίδιο πρωί με φωνή ψύχραιμη και ατάραχη, με το αγέραστο πρόσωπο γαλήνιο, αλλά με τα μαύρα μάτια της φλογισμένα, καθώς τον κοίταζε πάνω από το κεφάλι της Αβιέντα, «αλλά ο ανόητος μπορεί να πνιγεί στο Σχήμα. Πρόσεξε μην υφάνεις μια θηλιά για το λαιμό σου». Είχε πάρει έναν απλό μανδύα που αστραφτοκοπούσε στον ήλιο, λευκός σχεδόν όσο και των γκαϊ'σάιν, ενώ κάτω από την πλατιά κουκούλα είχε μια υγρή, χιονόλευκη μαντίλα τυλιγμένη γύρω από το μέτωπό της.

«Δεν φτιάχνω θηλιές για το λαιμό μου». Ο Ραντ γέλασε και εκείνη έστριψε την Αλντίμπ τόσο γρήγορα, που η φοράδα παραλίγο να ρίξει κάτω την Αβιέντα. Η Μουαραίν κάλπασε προς την ομάδα των Σοφών, με το μανδύα να ανεμίζει πίσω της.