Выбрать главу

«Είναι ανόητο να οργίζεις μια Άες Σεντάι», μουρμούρισε η Αβιέντα τρίβοντας τον ώμο της. «Δεν ήξερα ότι είσαι ανόητος».

«Ας περιμένουμε και θα δούμε αν είμαι ανόητος ή όχι», της είπε, ενώ του είχε κοπεί η διάθεση για γέλια. Ανόητος; Μερικούς κινδύνους έπρεπε να τους αναλάβει. «Ας περιμένουμε και θα δούμε».

Η Εγκουέν σπανίως έφευγε από τις Σοφές, περπατούσε μαζί τους όσο συχνά ίππευε την Ομίχλη και μερικές φορές έπαιρνε μαζί της, πίσω από τη σέλα, κάποια από τις Αελίτισσες. Ο Ραντ τελικά είχε καταλάβει ότι περνιόταν για κανονική Άες Σεντάι. Η Άμυς και η Μπάιρ, η Σεάνα και η Μελαίν έμοιαζαν να τη δέχονται χωρίς πρόβλημα, όπως την είχαν δεχτεί και οι Δακρινοί, αν και όχι όλες με τον ίδιο τρόπο. Μερικές φορές κάποιες καβγάδιζαν μαζί της τόσο δυνατά, που ο Ραντ σχεδόν καταλάβαινε τι φώναζαν από εκατό βήματα παραπέρα. Σχεδόν με τον ίδιο τρόπο φέρονταν και στην Αβιέντα, αν και αυτήν περισσότερο έμοιαζαν να τη φοβερίζουν παρά να τσακώνονται μαζί της. Επίσης, μερικές φορές έμοιαζαν να κάνουν παθιασμένες συζητήσεις και με τη Μουαραίν. Ειδικά η ηλιόξανθη Μελαίν.

Το δέκατο πρωινό η Εγκουέν είχε πια σταματήσει να χτενίζει τα μαλλιά της σε δύο κοτσιδάκια, αν και ήταν κάτι πολύ παράξενο. Οι Σοφές της μιλούσαν σε μια άκρη ώρα πολλή, ενώ οι γκαϊ'σάιν μάζευαν τις σκηνές και ο Ραντ σέλωνε τον Τζήντ'εν. Αν δεν την ήξερε καλά, θα έλεγε από την έκφραση της ότι προσπαθούσε να δείξει ταπεινότητα, αλλά αυτή η λέξη μπορούσε να εννοηθεί πάνω της μόνο σε σύγκριση με τη Νυνάβε. Ίσως και με τη Μουαραίν. Ξαφνικά η Εγκουέν χτύπησε παλαμάκια, γελώντας και αγκαλιάζοντας όλες τις Σοφές με τη σειρά πριν αρχίσει να λύνει βιαστικά τις κορδέλες.

Μόλις ρώτησε την Αβιέντα τι συνέβαινε —όταν ξύπνησε ο Ραντ, η Αελίτισσα καθόταν έξω από τη σκηνή του― αυτή μουρμούρισε ξινά την απάντησή της. «Αποφάσισαν ότι μεγάλωσε —» Σταμάτησε απότομα, τον κοίταξε αυστηρά σταυρώνοντας τα χέρια και συνέχισε με ήρεμη φωνή. «Είναι δουλειά των Σοφών, Ραντ αλ'Θόρ. Ρώτα αυτές, αν θέλεις, αλλά να ξέρεις ότι θα σου πουν ότι δεν σε νοιάζει».

Τι είχε μεγαλώσει η Εγκουέν; Τα μαλλιά της; Δεν έβγαζε νόημα. Η Αβιέντα δεν έλεγε κουβέντα άλλη γι' αυτό το ζήτημα· αντίθετα, έξυσε έναν γκρίζο λειχήνα από ένα βράχο και άρχισε να περιγράφει πώς μ' αυτόν φτιαχνόταν ένα κατάπλασμα για πληγή. Το κακό μ' αυτήν ήταν ότι μάθαινε πολύ γρήγορα τους τρόπους των Σοφών. Οι ίδιες οι Σοφές δεν φαίνονταν να του δίνουν προσοχή· δεν είχαν τέτοια ανάγκη, φυσικά, με την Αβιέντα κουρνιασμένη στον ώμο του, τρόπον τινά.

Οι υπόλοιποι Αελίτες, οι Τζίντο κυρίως, κάθε μέρα γίνονταν λιγότερο ακατάδεχτοι, ίσως επειδή δεν τους ανησυχούσε πια το νόημα που είχε γι αυτούς Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή, αλλά η Αβιέντα ήταν η μόνη που του μιλούσε αρκετά. Κάθε απόγευμα έρχονταν ο Λαν και ο Ρούαρκ, ο ένας για να γυμναστεί ο Ραντ στο σπαθί και ο άλλος για να του δείξει τα δόρατα και τον παράξενο τρόπο που είχαν οι Αελίτες να πολεμούν με χέρια και με πόδια. Ο Πρόμαχος κάτι ήξερε γι' αυτό και συμμετείχε κι αυτός στην εξάσκηση. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους απέφευγαν τον Ραντ, ειδικά οι αμαξάδες, που είχαν μάθει ότι ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας, ένας άντρας που μπορούσε να διαβιβάζει· όταν έπιανε έναν απ' αυτούς τους σκληροτράχηλους άντρες να τον κοιτάζει, ο άνθρωπος έκανε σαν να έβλεπε τον Σκοτεινό. Όχι όμως ο Καντίρ ή ο βάρδος.

Σχεδόν κάθε πρωί, καθώς ξεκινούσαν, ο πραματευτής ερχόταν μ' ένα μουλάρι από τις άμαξες που είχαν κάψει οι Τρόλοκ, με πρόσωπο ακόμα πιο μελαψό κόντρα στο μακρύ, λευκό σάλι που ήταν δεμένο γύρω από το κεφάλι του και κρεμόταν στο λαιμό. Έδειχνε σέβας στον Ραντ, αλλά τα ψυχρά, ασυγκίνητα μάτια του έκαναν τη σουβλερή μύτη του να μοιάζει πράγματι με αετού.

«Άρχοντα Δράκοντα», είχε αρχίσει να λέει το πρωί μετά την επίθεση και έπειτα είχε σκουπίσει τον ιδρώτα από το πρόσωπό του με το πανταχού παρόν μαντίλι του και είχε ανακαθίσει άβολα στη σχεδόν διαλυμένη, παλιά σέλα που είχε βρει κάπου για το μουλάρι. «Μπορώ να σε λέω έτσι;»

Τα καρβουνιασμένα συντρίμμια των τριών αμαξών χάνονταν στο βάθος, προς το νότο, και μαζί τους οι τάφοι δύο ανθρώπων του Καντίρ και πολλών ακόμα Αελιτών. Είχαν σύρει τους Τρόλοκ από τους καταυλισμούς και τους είχαν αφήσει να τους φάνε τα αγρίμια, κάτι πλάσματα με μεγάλα αφτιά που άφηναν ψιλά γαβγίσματα —ο Ραντ δεν ήξερε αν ήταν μεγάλες αλεπούδες ή μικρά σκυλιά· έμοιαζαν να έχουν κομμάτια και από τα δύο― και τα όρνια με τα κόκκινα στις άκρες φτερά, που μερικά ακόμα διέγραφαν κύκλους στον ουρανό, σαν να φοβούνταν να διαπεράσουν το στριμωξίδι των συντρόφων τους.