Выбрать главу

«Λέγε με ό,τι θέλεις», του είπε ο Ραντ.

«Άρχοντα Δράκοντα. Σκεφτόμουν αυτό που μου είπες χθες». Ο Καντίρ κοίταξε γύρω, σαν να φοβόταν ότι κρυφάκουγαν τα λόγια του, αν και η Αβιέντα ήταν με τις Σοφές και τα κοντινότερα αφτιά βρίσκονταν στο καραβάνι με τις άμαξές του τουλάχιστον πενήντα βήματα πιο πέρα. Χαμήλωσε καλού-κακού τη φωνή σε ψιθύρισμα και σκούπισε νευρικά το πρόσωπό του. Τα μάτια του, όμως, έμεναν απαθή. «Αυτό που είπες ότι η γνώση είναι πολύτιμη, ότι ανοίγει το δρόμο για τη μεγαλοσύνη. Είναι αλήθεια».

Ο Ραντ τον κοίταξε γι' αρκετή ώρα χωρίς να ανοιγοκλείνει τα μάτια, με το πρόσωπο ανέκφραστο. «Εσύ το είπες, όχι εγώ», είπε στο τέλος.

«Ε, μπορεί και να το είπα. Αλλά είναι αλήθεια, έτσι δεν είναι, Άρχοντα Δράκοντα;» Ο Ραντ ένευσε και ο πραματευτή συνέχισε, ψιθυρίζοντας πάλι, με το βλέμμα να ψάχνει ωτακουστές. «Αλλά μπορεί να υπάρχει κίνδυνος στη γνώση, στο να δίνεις περισσότερα απ' όσα παίρνεις. Ο άνθρωπος που πουλάει γνώση πρέπει να παίρνει όχι μόνο το τίμημα που του αντιστοιχεί, αλλά και μέτρα ασφαλείας. Εγγυήσεις και εξασφάλιση για τις... επιπτώσεις. Δεν συμφωνείς;»

«Έχεις γνώση που θέλεις να... πουλήσεις, Καντίρ;»

Ο σωματώδης άντρας κοίταξε το καραβάνι του σμίγοντας τα φρύδια. Η Κάιλι, με τον όγκο της τυλιγμένο στα λευκά, είχε κατέβει για να περπατήσει λίγο, παρά τη ζέστη που δυνάμωνε, με μια λευκή, δαντελωτή εσάρπα πιασμένη από τις φιλντισένιες χτένες στα πυκνά, μαύρα μαλλιά της. Κάθε λίγο και λιγάκι κοίταζε τους δύο άντρες που προχωρούσαν μαζί, με μια έκφραση που δεν διακρινόταν απ' αυτή την απόσταση. Και πάλι φαινόταν παράξενο, ένα σώμα τόσο μεγάλο να κινείται τόσο ανάλαφρα. Η Ισέντρε είχε βγει στο κάθισμα του οδηγού της πρώτης άμαξας και τους παρακολουθούσε απροκάλυπτα, καθώς κρεμόταν στην άκρη της άσπρης άμαξας, που έγερνε και τρανταζόταν.

«Αυτή η γυναίκα θα με φάει», μουρμούρισε ο Καντίρ. «Ίσως μπορέσουμε να ξαναμιλήσουμε αργότερα, Άρχοντα Δράκοντα, αν δεν έχεις αντίρρηση». Κλώτσησε γερά το μουλάρι με τις μπότες του, έφτασε την πρώτη άμαξα και ανέβηκε στο κάθισμα του αμαξά με μια ευλυγισία που ξάφνιαζε, δένοντας τα γκέμια του μουλαριού σε ένα σιδερένιο κρίκο στη γωνιά της όμοιας με κουτί άμαξας. Μαζί με την Ισέντρε εξαφανίστηκαν μέσα και βγήκαν μόνο όταν το καραβάνι έκανε στάση για τη νύχτα.

Επέστρεψε την επόμενη μέρα, καθώς και τις άλλες, όταν έβλεπε ότι ο Ραντ ήταν μόνος, και πάντα άφηνε υπαινιγμούς για γνώσεις που ίσως πουλούσε για το κατάλληλο τίμημα, αν λαμβάνονταν ορισμένα μέτρα ασφαλείας. Κάποια στιγμή έφτασε στο σημείο να πει ότι τα πάντα —το έγκλημα, η προδοσία, οτιδήποτε― μπορούσαν να συγχωρεθούν με αντάλλαγμα τη γνώση και όσο ο Ραντ δεν συμφωνούσε μαζί του, τόσο πιο νευρικός γινόταν. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που ήθελε να πουλήσει, προφανώς ήθελε την άνευ όρων κάλυψη του Ραντ για όποιο παράπτωμα μπορεί να είχε κάνει ποτέ.

«Δεν ξέρω αν θέλω να αγοράσω γνώσεις», του είπε ο Ραντ αρκετές φορές. «Υπάρχει πάντα το θέμα του τιμήματος, έτσι δεν είναι; Ίσως κάποια τιμήματα να μη θέλω να τα πληρώσω».

Ο Νατάελ πήρε παράμερα τον Ραντ το πρώτο εκείνο βράδυ, αφού είχαν ανάψει τις φωτιές και οι οσμές από τα φαγητά που μαγειρεύονταν απλώνονταν στις χαμηλές σκηνές. Ο βάρδος έμοιαζε σχεδόν εξίσου νευρικός με τον Καντίρ. «Σκέφτηκα πολύ για σένα», είπε κοιτάζοντας τον Ραντ με το κεφάλι γερμένο στο πλάι. «Έπρεπε να έχεις ένα λαμπρό έπος, που να λέει την ιστορία σου. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή. Ο άνθρωπος από ποιος ξέρει πόσες προφητείες, σ' αυτή την Εποχή και άλλες». Τυλίχτηκε με το μανδύα του, ενώ τα πολύχρωμα μπαλώματα πετάριζαν στο αεράκι. Το σούρουπο δεν κρατούσε πολύ στην Ερημιά· η νύχτα και η παγωνιά έρχονταν γρήγορα και μαζί. «Πώς νιώθεις για τη μοίρα που σου έχει γίνει γνωστή από τις προφητείες; Πρέπει να μάθω, για να συνθέσω το έπος».

«Πώς νιώθω;» Ο Ραντ κοίταξε τον καταυλισμό τριγύρω του, τους Τζίντο που πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στις σκηνές. Πόσοι θα πέθαιναν από τις αποφάσεις του; «Κουρασμένος. Νιώθω κουρασμένος».

«Κάθε άλλο παρά ηρωικό συναίσθημα», μουρμούρισε ο Νατάελ. «Αλλά αναμενόμενο, δεδομένης της μοίρας σου. Ο κόσμος βαραίνει στους ώμους σου, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να σε σκοτώσουν αν βρουν την ευκαιρία και οι υπόλοιποι είναι ανόητοι, που νομίζουν ότι θα σε εκμεταλλευτούν, ότι πατώντας πάνω σου θα βρουν εξουσία και δόξα».

«Τι είσαι εσύ, Νατάελ;»

«Εγώ; Εγώ είμαι ένας απλός βάρδος». Ο άνθρωπος σήκωσε την άκρη του μανδύα του ως απόδειξη. «Δεν θα έπαιρνα τη θέση σου, ό,τι και να μου έδιναν, με τη μοίρα αυτή. Θάνατος ή τρέλα, ή και τα δύο. “Το αίμα του στους βράχους του Σάγιολ Γκουλ... “ Έτσι δεν λένε ο Κύκλος της Κάρεδον, οι Προφητείες του Δράκοντα; Ότι πρέπει να πεθάνεις για να σώσεις ανόητους, που θα αφήσουν ένα στεναγμό ανακούφισης με το θάνατό σου. Όχι, δεν θα το δεχόμουν ούτε για όλη σου τη δύναμη κι ακόμα περισσότερα».