«Ραντ», είπε η Εγκουέν βγαίνοντας από το σκοτάδι που πύκνωνε, με τον ανοιχτόχρωμο μανδύα τυλιγμένο γύρω της και την κουκούλα σηκωμένη, «ήρθαμε να δούμε πώς είσαι μετά τη Θεραπεία και μία μέρα σ' αυτή τη ζέστη». Ήταν μαζί της και η Μουαραίν, με το πρόσωπο βυθισμένο στη βαθιά κουκούλα του λευκού μανδύα της, όπως και η Μπάιρ με την Άμυς, τη Μελαίν και τη Σεάνα, με τα κεφάλια τυλιγμένα στις σκούρες εσάρπες τους· τον παρακολουθούσαν, γαλήνιες και ψυχρές σαν τη νύχτα. Ακόμα και η Εγκουέν. Δεν είχε ακόμα την αγέραστη όψη των Άες Σεντάι, αλλά είχε τα μάτια τους.
Στην αρχή δεν πρόσεξε την Αβιέντα, που ερχόταν πίσω από τις άλλες. Για μια στιγμή του φάνηκε ότι διέκρινε συμπόνια στο πρόσωπό της, αλλά αν πράγματι ήταν κάτι τέτοιο εκεί, χάθηκε μόλις τον είδε να την κοιτάζει. Η φαντασία του. Ήταν πράγματι κουρασμένος.
«Μια άλλη φορά», είπε ο Νατάελ, μιλώντας στον Ραντ αλλά κοιτάζοντας τις γυναίκες με τον παράξενο, λοξό τρόπο του. «Θα μιλήσουμε μια άλλη φορά». Με μια ελαφριά υπόκλιση, έφυγε.
«Σε στενοχωρεί το μέλλον, Ραντ;» είπε χαμηλόφωνα η Μουαραίν όταν έφυγε ο βάρδος. «Οι προφητείες μιλούν με πλουμιστή, κρυμμένη γλώσσα. Δεν εννοούν πάντα αυτό που μοιάζουν να λένε».
«Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει», της είπε. «Θα κάνω αυτό που πρέπει. Μην το ξεχνάς, Μουαραίν. Θα κάνω αυτό που πρέπει». Αυτή φάνηκε ικανοποιημένη· ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς ένιωθαν οι Άες Σεντάι. Όταν η Μουαραίν μάθαινε τα πάντα, δεν θα ένιωθε καθόλου ικανοποιημένη.
Ο Νατάελ επέστρεψε το επόμενο βράδυ, καθώς και το μεθεπόμενο και τα κατοπινά, μιλώντας πάντα για το έπος που θα συνέθετε, αλλά πάντα επεδείκνυε μια μακάβρια διάθεση και ξεσκάλιζε να βρει πώς ο Ραντ θα αντιμετώπιζε την τρέλα και το θάνατο. Όπως φαινόταν, η ιστορία που ήθελε να αφηγηθεί θα ήταν μια τραγωδία. Ο Ραντ δεν είχε την παραμικρή επιθυμία να φανερώσει τους φόβους του· ό,τι είχε στο νου και στην καρδιά του, θα έμενε θαμμένο εκεί. Στο τέλος ο βάρδος κουράστηκε να τον ακούει να λέει «θα κάνω αυτό που πρέπει» και έπαψε να έρχεται. Έμοιαζε να μη θέλει να συνθέσει το έπος του αν δεν ήταν γεμάτο με οδυνηρά συναισθήματα. Φαινόταν συγχυσμένος όταν έφευγε με μεγάλα βήματα την τελευταία φορά, με το μανδύα να πεταρίζει μανιασμένα πίσω του.
Ο άνθρωπος ήταν παράξενος, αλλά κρίνοντας από τον Θομ Μέριλιν, όλοι οι βάρδοι έτσι ήταν. Ο Νατάελ επιδείκνυε πολλά χαρακτηριστικά των άλλων βάρδων. Για παράδειγμα, είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Τον Ραντ δεν τον ένοιαζε αν θα τον προσφωνούσε ο άλλος με τίτλους, όμως ο Νατάελ απευθυνόταν στον Ρούαρκ, ακόμα και στη Μουαραίν, τις λίγες φορές που ήταν κοντά της, σαν να ήταν ίσος τους. Ήταν σαν τον Θομ, αλλά σε μια πιο τελειοποιημένη εκδοχή. Επίσης σταμάτησε να παίζει για τους Τζίντο και περνούσε πολλές ώρες κάθε νύχτα στο στρατόπεδο των Σάιντο. Οι Σάιντο ήταν περισσότεροι, εξήγησε στον Ραντ, σαν να ήταν το πιο προφανές πράγμα στον κόσμο. Μεγαλύτερο κοινό. Αυτό δεν άρεσε στους Τζίντο, αλλά ακόμα και ο Ρούαρκ δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Στην Τρίπτυχη Γη επέτρεπαν τα πάντα στους βάρδους, εκτός από φόνο, χωρίς να τους ζητούν εξηγήσεις.
Η Αβιέντα περνούσε τις νύχτες με τις Σοφές και μερικές φορές περπατούσε μαζί τους για καμιά ώρα κατά το διάστημα της μέρας, με όλες τους μαζεμένες γύρω της, ακόμα και τη Μουαραίν και την Εγκουέν. Αρχικά ο Ραντ νόμιζε ότι τη συμβούλευαν πώς να τον κουμαντάρει, πώς να ψαρεύει από το κεφάλι του αυτό που ήθελαν. Έπειτα, μια μέρα, με τον ήλιο να καίει από πάνω τους, μια πύρινη σφαίρα μεγάλη σαν άλογο εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά από την ομάδα των Σοφών και έφυγε στριφογυρίζοντας, κυλώντας μπροστά και σκάβοντας ένα αυλάκι στην ξερή γη, ώσπου τελικά ζάρωσε και έσβησε.
Μερικοί αμαξάδες τράβηξαν τα γκέμια των έκπληκτων ζώων τους, που ρουθούνιζαν, και στάθηκαν να δουν, φωνάζοντας ο ένας στον άλλο με ανάμικτο φόβο, σύγχυση και άγριες βλαστήμιες. Μουρμουρητά ακούστηκαν από τους Τζίντο και έμειναν να κοιτάνε, όπως και οι Σάιντο, αλλά οι δύο φάλαγγες των Αελιτών συνέχισαν το δρόμο τους σχεδόν χωρίς να κοντοσταθούν. Η αληθινή έξαψη επικρατούσε μεταξύ των Σοφών. Οι τέσσερις ήταν μαζεμένες γύρω από την Αβιέντα και μιλούσαν η μια πάνω στην άλλη, κουνώντας ξεσηκωμένες τα χέρια. Η Μουαραίν και η Εγκουέν, που τραβούσαν τα άλογά τους, προσπάθησαν να παρέμβουν· ο Ραντ, ακόμα και χωρίς να ακούει, κατάλαβε ότι η Άμυς τους έλεγε κατηγορηματικά, κουνώντας θυμωμένα το δάχτυλο, να μην ανακατευτούν.
Κοιτώντας την καρβουνιασμένη αυλακιά, που εκτεινόταν σε απόσταση μισού μιλίου, ο Ραντ ξανακάθισε στη σέλα του. Δίδασκαν την Αβιέντα να διαβιβάζει. Φυσικά. Να τι έκαναν. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο με τη ράχη του χεριού του· ο ήλιος δεν είχε σχέση. Όταν η πύρινη μπάλα είχε κάνει την ξαφνική εμφάνισή της, ο Ραντ είχε απλώσει ενστικτωδώς στην Αληθινή Πηγή. Ήταν σαν να προσπαθούσε να πιει νερό με σχισμένο κόσκινο. Όσο και αν πάσχιζε να αρπάξει το σαϊντίν, ήταν σαν να έπιανε αέρα. Κάποια μέρα αυτό θα συνέβαινε εκεί που θα χρειαζόταν περισσότερο τη Δύναμη. Έπρεπε κι αυτός να μάθει, αλλά δεν είχε δάσκαλο. Έπρεπε να μάθει, κι όχι μόνο επειδή η Δύναμη θα τον σκότωνε πριν αντιμετωπίσει το πρόβλημα της τρέλας· έπρεπε να μάθει γιατί έπρεπε να τη χρησιμοποιήσει. Έπρεπε να μάθει να τη χρησιμοποιεί· έπρεπε να τη χρησιμοποιήσει για να μάθει. Έβαλε τόσο δυνατά γέλια, που κάποιοι Τζίντο τον κοίταξαν ανήσυχα.