Θα απολάμβανε την παρέα του Ματ τα έντεκα εκείνα μερόνυχτα, αλλά ο Ματ τον πλησίαζε το πολύ για ένα-δύο λεπτά. Είχε κατεβασμένο το πλατύγυρο καπέλο του για να του σκιάζει τα μάτια και ακουμπούσε το δόρυ με το μαύρο κοντάρι στο μπροστάρι της σέλας του Πιπς, εκείνο το κοντάρι με την αλλόκοτη αιχμή, τη σημαδεμένη με κοράκια και σφυρηλατημένη από τη Δύναμη, που έμοιαζε με κοντή, κυρτή λεπίδα σπαθιού.
«Αν ο ήλιος σου μαυρίσει κι άλλο το πρόσωπο, θα γίνεις τέλειος Αελίτης», του έλεγε γελώντας, ή «στ' αλήθεια θες να περάσεις όλη σου τη ζωή εδώ; Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος στην άλλη μεριά του Δρακοτείχους. Κρασί; Γυναίκες; Τα θυμάσαι αυτά;»
Όμως ο Ματ φαινόταν ανήσυχος· ήταν πιο απρόθυμος κι από τις Σοφές να μιλήσει για το Ρουίντιαν και γι' αυτό που του είχε συμβεί εκεί. Το χέρι του έσφιγγε το μαύρο κοντάρι ακόμα και με μια απλή αναφορά του ονόματος της πόλης με το θόλο από ομίχλη, ενώ ισχυριζόταν ότι δεν θυμόταν τίποτα από το ταξίδι του στο τερ'ανγκριάλ ― κι έπειτα αντίφασκε με τον εαυτό του, λέγοντας «μην μπεις σ' αυτό το πράγμα, Ραντ. Δεν είναι καθόλου σαν το άλλο, στο Δάκρυ. Σε εξαπατούν. Που να καώ, μακάρι να μην το είχα δει ποτέ μου!»
Τη μοναδική φορά που ο Ραντ είχε αναφέρει την Παλιά Γλώσσα, ο Ματ είχε ξεσπάσει. «Που να καείς, δεν ξέρω τίποτα για την καμένη την Παλιά Γλώσσα!» Και ύστερα είχε κάνει το άλογό του να καλπάσει μέχρι τις άμαξες των πραματευτών.
Εκεί περνούσε τον περισσότερο καιρό του ο Ματ, παίζοντας ζάρια με τους αμαξάδες —ώσπου κατάλαβαν ότι κέρδιζε πολύ περισσότερα απ' όσα έχανε, μ' όποιου τα ζάρια κι αν έπαιζε― κάνοντας μακριές συζητήσεις με τον Καντίρ ή τον Νατάελ κάθε φορά που έβρισκε την ευκαιρία και κυνηγώντας την Ισέντρε. Ήταν φανερό τι είχε οίο νου του από την πρώτη φορά που της είχε χαμογελάσει και είχε ισιώσει το καπέλο του, το πρωί μετά την επίθεση των Τρόλοκ. Της μιλούσε σχεδόν κάθε απόγευμα όσο περισσότερο μπορούσε και μια φορά είχε τσιμπηθεί τόσο άσχημα στην προσπάθειά του να κόψει κάτι άσπρα μπουμπούκια από έναν αγκαθωτό θάμνο, που σχεδόν δύο μέρες δεν μπορούσε να κρατήσει τα γκέμια, αν και είχε αρνηθεί να τον Θεραπεύσει η Μουαραίν. Η Ισέντρε δεν τον ενθάρρυνε, αλλά βέβαια δεν είχε σκοπό να τον διώξει με το αργό, προκλητικό χαμόγελό της. Ο Καντίρ τα έβλεπε αυτά ― και δεν έλεγε λέξη, αν και μερικές φορές το αρπαχτικό βλέμμα του ακολουθούσε τον Ματ. Άλλοι, όμως, το σχολίαζαν.
Αργά ένα απόγευμα, καθώς ξέζευαν τα μουλάρια και έστηναν τις σκηνές, κι ενώ ο Ραντ ξεσέλωνε τον Τζήντ'εν, ο Ματ στεκόταν μαζί με την Ισέντρε στη μικρή σκιά της άμαξας με τη μουσαμαδένια σκεπή. Βρίσκονταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Ο Ραντ τον κοίταζε κουνώντας το κεφάλι, ενώ ξύστριζε το σταχτί, πιτσιλωτό άλογό του. Ο ήλιος έκαιγε χαμηλά στον ορίζοντα και τα ψηλά βράχια έριχναν μακριές σκιές στον καταυλισμό τους.
Η Ισέντρε έπιασε το διάφανο σάλι της σαν να σκεφτόταν αφηρημένα να το βγάλει, με τα σαρκώδη χείλη της προκλητικά σουφρωμένα, έτοιμα για φιλί. Ο Ματ, ενθαρρυμένος, χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση και τη ζύγωσε κι άλλο. Εκείνη κατέβασε το χέρι και κούνησε αργά το κεφάλι, αλλά το ενθαρρυντικό χαμόγελο δεν χάθηκε από τα χείλη της. Κανείς από τους δύο δεν άκουσε την Κάιλι να πλησιάζει, η οποία, παρά το μέγεθός της, αλαφροπατούσε σαν αίλουρος.
«Αυτό θέλεις, καλέ μου κύριε; Αυτήν;» Το ζευγάρι τινάχτηκε όταν άκουσε τη μελίρρυτη φωνή της Κάιλι, η οποία η γέλασε μελωδικά, κάτι παράξενο σε εκείνο το πρόσωπο. «Είναι ευκαιρία, Μάτριμ Κώθον. Με ένα μάρκο της Ταρ Βάλον είναι δική σου. Ένα τέτοιο γύναιο δεν μπορεί να αξίζει πάνω από δύο, σίγουρα λοιπόν είναι ευκαιρία».
Ο Ματ έκανε μια γκριμάτσα σαν να ευχόταν να βρισκόταν αλλού.
Η Ισέντρε, όμως, γύρισε αργά για να αντιμετωπίσει την Κάιλι, μια βουνίσια αγριόγατα που αντιμετώπιζε αρκούδα. «Το παρατράβηξες, γριά», είπε μαλακά, με το βλέμμα σκληρό κάτω από το πέπλο της. «Δεν θα ανεχτώ πια τη γλώσσα σου. Πρόσεξε. Εκτός αν θέλεις να μείνεις για πάντα εδώ, στην Ερημιά».