«Σκεφτόμουν πώς θα γίνει», της είπε η Ηλαίην, «αλλά φοβάμαι ότι οι άντρες θα μας δυσκολέψουν».
«Άσε τους σε μένα», ξεφύσησε η Νυνάβε. «Θα —» Στο διάδρομο ακούστηκαν κρότοι, κάποιος φώναξε· όσο γρήγορα είχαν ξεσπάσει όλα, σίγησαν ξανά. Εκεί έξω είχε σκοπιά ο Θομ.
Η Εγκουέν έτρεξε να ανοίξει την πόρτα, αγκαλιάζοντας το σαϊντάρ καθώς έτρεχε, αλλά η Νυνάβε την ακολούθησε αμέσως, παλεύοντας για να κατέβει από το κρεβάτι. Το ίδιο και η Εγκήνιν.
Ο Θομ σηκωνόταν από κάτω με το χέρι στο κεφάλι. Ο Τζούιλιν με το ραβδί του και ο Μπέυλ Ντόμον με το ρόπαλό του στέκονταν πάνω από έναν άντρα με ανοιχτόξανθα μαλλιά, που κείτονταν μπρούμυτα στο πάτωμα αναίσθητος.
Η Ηλαίην έτρεξε στον Θομ και προσπάθησε μαλακά να τον σηκώσει. Της χάρισε ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης, αλλά της έσπρωξε τα χέρια. «Μια χαρά είμαι, μικρή μου». Μια χαρά; Ένα καρούμπαλο είχε κάνει ήδη την εμφάνισή του στον κρόταφό του! «Ο τύπος αυτός προχωρούσε στο διάδρομο και ξαφνικά με κλώτσησε στο κεφάλι. Θα ήθελε, φαντάζομαι, το πουγκί μου». Έτσι απλά. Ο άλλος τον είχε κλωτσήσει στο κεφάλι κι αυτός ήταν εντάξει.
«Και θα του το έπαιρνε», είπε ο Τζούιλιν, «αν δεν είχα έρθει για να δω μήπως ο Θομ ήθελε αλλαγή».
«Αν εγώ δεν είχα αποφασίσει να έρθω», μουρμούρισε ο Ντόμον. Αυτή τη φορά, η μεταξύ τους εχθρότητα φαινόταν λιγότερο έντονη.
Η Ηλαίην δεν άργησε να καταλάβει γιατί. Η Νυνάβε και η Εγκήνιν είχαν βγει στο διάδρομο με τα μεσοφόρια. Ο Τζούιλιν τις κοίταζε και τις δύο με επιδοκιμαστικό ύφος, που θα οδηγούσε σε καβγά αν το είχε δει η Ρέντρα, παρ' όλο που προσπαθούσε να κοιτάζει διακριτικά. Ο Ντόμον δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να κρύψει το βλέμμα του, που μετρούσε και ζύγιζε την Εγκήνιν· είχε σταυρώσει τα χέρια και σούφρωνε τα χείλη αηδιαστικά, ενώ την κοίταζε από πάνω ως κάτω.
Οι άλλες γυναίκες γρήγορα κατάλαβαν την κατάσταση, αλλά οι αντιδράσεις τους ήταν διαφορετικές. Η Νυνάβε, φορώντας το λεπτό, λευκό μεσοφόρι της, κοίταξε ανέκφραστα τον κλεφτοκυνηγό, μπήκε μουδιασμένα στο δωμάτιο και μετά άφησε μόνο το κάπως κόκκινο πρόσωπό της να φανεί από το άνοιγμα της πόρτας. Η Εγκήνιν, που το λινό μεσοφόρι της ήταν αρκετά μακρύτερο και πιο χοντρό από της Νυνάβε —η Εγκήνιν, που ήταν παγερή κι ατάραχη όταν την είχαν αιχμαλωτίσει, που είχε πολεμήσει σαν Πρόμαχος― γούρλωσε τα μάτια και έγινε κατακόκκινη. Η Ηλαίην την κοίταζε έκπληκτη να αφήνει μια έντρομη τσιρίδα και να μπαίνει στο δωμάτιο πηδώντας.
Δεξιά κι αριστερά του διαδρόμου άνοιξαν κάποιες πόρτες και κεφάλια πρόβαλαν στα ανοίγματά τους· χάθηκαν αμέσως, συνοδευόμενα από άλλες πόρτες που έκλειναν με πάταγο, όταν είδαν έναν άνθρωπο πεσμένο στο πάτωμα και άλλους να στέκονται από πάνω του. Οι ήχοι από βαριά αντικείμενα που σέρνονταν έδειχναν ότι οι άνθρωποι οχυρώνονταν με κρεβάτια ή ντουλάπες.
Έπειτα από αρκετές στιγμές, η Εγκήνιν τελικά εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας δίπλα από τη Νυνάβε, με πρόσωπο κόκκινο ως τις ρίζες των μαλλιών της. Η Ηλαίην δεν καταλάβαινε. Πράγματι φορούσε το μεσοφόρι της, αλλά τη σκέπαζε σχεδόν όσο σκέπαζε την Ηλαίην το Ταραμπονέζικο φόρεμά της. Πάντως ο Τζούιλιν και ο Ντόμον δεν είχαν δικαίωμα να κοιτάζουν έτσι ξελιγωμένα. Τους κάρφωσε με μια ματιά που κανονικά θα τους έκανε να ντραπούν.
Δυστυχώς, ο Ντόμον χασκογελούσε και έτριβε την περιοχή πάνω από το χείλος του, χωρίς να έχει προσέξει το φαρμακερό βλέμμα. Τουλάχιστον ο Τζούιλιν είχε πιάσει τη ματιά, αν και βαριαναστέναξε, όπως έκαναν οι άντρες που νιώθουν ότι τους αδικούν. Απέφυγε το βλέμμα της και έσκυψε για να γυρίσει το λιποθυμισμένο ανάσκελα. Ένας λεπτός, εμφανίσιμος άντρας.
«Τον ξέρω», αναφώνησε ο Τζούιλιν. «Είναι αυτός που προσπάθησε να με ληστέψει. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα», πρόσθεσε αργά. «Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις. Εκτός αν είναι στην πόλη ο Αναγεννημένος Δράκοντας».
Η Ηλαίην κοιτάχτηκε με τη Νυνάβε. Ο ξένος αποκλείεται να ήταν στην υπηρεσία της Λίαντριν· το Μαύρο Άτζα δεν θα χρησιμοποιούσε πια ανθρώπους που θα έρχονταν νυχοπατώντας στους διαδρόμους... Όπως και δεν θα χρησιμοποιούσε μπράβους του δρόμου. Η Ηλαίην κοίταξε την Εγκήνιν ερωτηματικά. Το βλέμμα της Νυνάβε ήταν πιο απαιτητικό.
«Είναι Σωντσάν», είπε η Εγκήνιν ύστερα από μια στιγμή.
«Απόπειρα διάσωσης;» μουρμούρισε στεγνά η Νυνάβε, όμως η άλλη γυναίκα κούνησε το κεφάλι.
«Δεν αμφιβάλω ότι έψαχνε για μένα, αλλά νομίζω πως δεν το έκανε για να με σώσει. Αν ξέρει —αν έστω υποψιάζεται― ότι άφησα την Μπέθαμιν ελεύθερη, θα ήθελε να μου... μιλήσει». Η Ηλαίην υποψιάστηκε ότι θα ήθελε κάτι παραπάνω από το να της μιλήσει και επιβεβαιώθηκε όταν η Εγκήνιν συνέχισε τη σκέψη της. «Το καλύτερο θα ήταν να του κόψετε το λαρύγγι. Ίσως βάλει κι εσάς σε φασαρίες, αν πιστέψει ότι είστε φίλες μου, ή αν ανακαλύψει ότι είστε Άες Σεντάι». Ο μεγαλόσωμος Ιλιανός λαθρέμπορος την κοίταξε εμβρόντητος και ο Τζούιλιν έμεινε με το στόμα να χάσκει. Ο Θομ, αντιθέτως, ένευσε με περίσκεψη που προκαλούσε ανησυχία.