Σχεδόν αμέσως, άλλαξε γνώμη γι' αυτό. Ένιωθε κάποια να διαβιβάζει μέσα στα δωμάτια. Δεν ήταν δυνατές ροές, μα ήταν σίγουρα Δύναμη που υφαινόταν, ή ίσως μια διαρκής ύφανση. Ελάχιστες γυναίκες ήξεραν πώς να στερεώσουν μια ύφανση.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Εγκήνιν.
Η Ηλαίην κατάλαβε ότι είχε κοντοσταθεί. «Μια Μαύρη αδελφή είναι εκεί μέσα». Μία, ή περισσότερες; Σίγουρα ήταν μόνο μία, που διαβίβαζε. Πλησίασε τις πόρτες. Μια γυναίκα τραγουδούσε εκεί μέσα. Κόλλησε το αφτί στο σκαλισμένο ξύλο κι άκουσε βραχνές λέξεις, πνιχτές αλλά κατανοητές.
Τραβήχτηκε απότομα ξαφνιασμένη και τα πορσελάνινα πιάτα γλίστρησαν στο δίσκο κάτω από το πανί. Μήπως είχε έρθει σε λάθος δωμάτιο; Όχι, είχε απομνημονεύσει το σχέδιο. Εκτός αυτού, σε τούτο το μέρος οι μόνες πόρτες που είχαν το σκαλισμένο δέντρο οδηγούσαν στα δωμάτια της Πανάρχισσας.
«Τότε πρέπει να την αφήσουμε», είπε η Εγκήνιν. «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα χωρίς να κάνεις αισθητή την παρουσία σου».
«Ίσως να μπορώ. Αν με νιώσουν να διαβιβάζω, θα νομίσουν ότι είναι αυτή που βρίσκεται εκεί μέσα». Έσμιξε τα φρύδια και δάγκωσε το κάτω χείλος της. Πόσες ήταν εκεί μέσα; Μπορούσε να κάνει ταυτοχρόνως τρία ή τέσσερα πράγματα με τη Δύναμη, κάτι στο οποίο μπορούσαν να τη συναγωνιστούν μόνο η Εγκουέν και η Νυνάβε. Ανέτρεξε στις Αντορανές βασίλισσες που είχαν δείξει θάρρος ενώπιον μεγάλων κινδύνων και συνειδητοποίησε ότι ήταν ένας κατάλογος με όλες τις βασίλισσες του Άντορ. Κάποια μέρα θα γίνω βασίλισσα· θα είμαι γενναία σαν κι αυτές. Προετοίμασε τον εαυτό της. «Άνοιξε απότομα τις πόρτες, Εγκήνιν, και μετά πέσε κάτω για να βλέπω παντού», είπε. Η Σωντσανή δίστασε. «Άνοιξε τις πόρτες, Εγκήνιν». Η φωνή της την ξάφνιασε. Δεν είχε προσπαθήσει να την αλλάξει, αλλά ήταν ήσυχη, γαλήνια, προστακτική. Η Εγκήνιν ένευσε, φάνηκε έτοιμη να υποκλιθεί και αμέσως άνοιξε διάπλατα και τις δύο πόρτες.
Η τραγουδίστρια με τις μαύρες κοτσίδες, που στεκόταν τυλιγμένη σε ροές Αέρα ως το λαιμό, φορώντας μια λεκιασμένη, τσαλακωμένη, Ταραμπονέζικη εσθήτα από κόκκινο μετάξι, έκοψε το τραγούδι στη μέση όταν βρόντηξαν οι πόρτες. Μια λεπτεπίλεπτη γυναίκα, που καθόταν νωχελικά σε ένα μακρύ ανάκλιντρο με μαλακή επένδυση, φορώντας ένα ουρανί φόρεμα με ψηλό λαιμό σε Καιρχινό κόψιμο, σταμάτησε να κουνά το κεφάλι στο σκοπό και πετάχτηκε όρθια, ενώ το χαμόγελο στο αλεπουδίσιο πρόσωπό της έδινε τη θέση του στην οργή.
Η λάμψη του σαϊντάρ αμέσως περιέβαλλε την Τεμάιλε, αλλά δεν είχε καμία ελπίδα. Φρικιάζοντας μπροστά σ' αυτό που έβλεπε, η Ηλαίην αγκάλιασε την Αληθινή Πηγή και εξαπέλυσε με δύναμη ροές Αέρα, τυλίγοντάς την από τους ώμους ως τους αστραγάλους, ενώ παράλληλα ύφανε μια μόνωση από Πνεύμα και την έβαλε ανάμεσα στη γυναίκα και την Πηγή. Η λάμψη γύρω από την Τεμάιλε χάθηκε· η γυναίκα εκσφενδονίστηκε πάνω από το ανάκλιντρο σαν να την είχε χτυπήσει ένα άλογο που κάλπαζε, τα μάτια της γύρισαν και προσγειώθηκε ανάσκελα και αναίσθητη τρία βήματα πιο πέρα, στο χρυσοπράσινο χαλί. Η γυναίκα με τις μαύρες κοτσίδες τινάχτηκε καθώς οι ροές γύρω της εξαφανίζονταν· ψηλάφισε το σώμα της με απορία και κατάπληξη, ενώ το βλέμμα της στρεφόταν από την Τεμάιλε στην Ηλαίην και την Εγκήνιν.
Η Ηλαίην στερέωσε την ύφανση που κρατούσε την Τεμάιλε και έτρεξε στο δωμάτιο, ψάχνοντας με το βλέμμα μήπως υπήρχαν και άλλες του Μαύρου Άτζα. Πίσω της, η Εγκήνιν έκλεισε την πόρτα. Δεν φαινόταν να υπάρχει άλλη. «Ήταν μόνη της;» ρώτησε τη γυναίκα με τα κόκκινα ρούχα. Ήταν η Πανάρχισσα, σύμφωνα με την περιγραφή της Νυνάβε. Κάτι είχε πει για ένα τραγούδι η Νυνάβε.
«Δεν είστε... μαζί τους;» είπε διστακτικά η Αμάθιρα, καθώς τα μαύρα μάτια της περιεργάζονταν τα φορέματά τους. «Είστε κι εσείς Άες Σεντάι;» Έμοιαζε να αμφιβάλει γι’ αυτό, παρά την απόδειξη της πεσμένης Τεμάιλε. «Αλλά όχι μαζί τους;»