Выбрать главу

Ρίχτηκε απεγνωσμένα στο πλάι, τόσο απότομα που γλίστρησε στις λείες, λεπτές πλάκες, ώσπου σταμάτησε χτυπώντας σε μια λεπτή κολώνα. Μια λευκή στήλη, χοντρή σαν μηρός, χτύπησε το σημείο που στεκόταν πριν, σαν να έχει γίνει ο αέρας λιωμένο μέταλλο, κόβοντας και εξαφανίζοντας στο διάβα του ό,τι έβρισκε ως την αίθουσα με τα εκθέματα· κομμάτια χάνονταν από τις κολώνες, ανεκτίμητα τεχνουργήματα έπαυαν να υπάρχουν. Η Νυνάβε, εξαπολύοντας μπάλες Φωτιάς πίσω της στα τυφλά, ελπίζοντας να πετύχει κάτι στην εσωτερική αυλή, οτιδήποτε, άρχισε να τρέχει πανικόβλητη στα τέσσερα στο διάδρομο. Λίγο πιο πάνω από το ύψος της μέσης, η στήλη πριόνισε πλαγιαστά ένα άνοιγμα και στους δύο τοίχους· στο ενδιάμεσο, θήκες, ντουλάπια και σκελετοί με σύρματα κατέρρευσαν και έγιναν συντρίμμια. Αρκετές κολώνες τρεμούλιαζαν· κάποιες έπεφταν, μα ό,τι κατέληγε σε εκείνο το φοβερό σπαθί δεν γλίτωνε για να τσακίσει προθήκες και στηρίγματα στο έδαφος. Η γυάλινη θήκη έπεσε πριν χαθεί η πυρωμένη στήλη, αφήνοντας μια πορφυρή πινελιά που αποτυπώθηκε στα μάτια της Νυνάβε· οι μορφές από κουεντιγιάρ ήταν τα μοναδικά πράγματα που απέβαλε αυτή η πυρωμένη στήλη κι αναπήδησαν στο πάτωμα.

Τα αγαλματάκια, φυσικά, δεν έσπασαν. Απ' ό,τι φαινόταν, η Μογκέντιεν είχε δίκιο· ακόμα και η μοιροφωτιά δεν μπορούσε να καταστρέψει το κουεντιγιάρ. Αυτή η μαύρη ράβδος ήταν ένα από τα κλεμμένα τερ'ανγκριάλ. Η Νυνάβε θυμόταν την προειδοποίηση που είχε προστεθεί στη λίστα τους με σταθερό γραφικό χαρακτήρα. Παράγει μοιροφωτιά. Επικίνδυνο και σχεδόν αδύνατο να ελεγχθεί.

Η Μογκέντιεν φαινόταν να προσπαθεί να ουρλιάξει μέσα από το αόρατο φίμωτρό της και το κεφάλι της τιναζόταν φρενιασμένα μπρος και πίσω καθώς πολεμούσε τα δεσμά του Αέρα, όμως η Νυνάβε της χάρισε μόνο μια ματιά. Μόλις εξαφανίστηκε η μοιροφωτιά, σηκώθηκε λίγο για να κρυφοκοιτάξει στην άλλη μεριά του διαδρόμου, μέσα από τον ξεκοιλιασμένο τοίχο της αίθουσας. Πλάι στο σιντριβάνι, η Τζεάνε Κάιντε ταλαντευόταν με το ένα χέρι στο κεφάλι, ενώ η μαύρη ράβδος σχεδόν της έπεφτε από το άλλο. Πριν, όμως, η Νυνάβε προλάβει να τη χτυπήσει, η άλλη έσφιξε ξανά την αυλακωτή ράβδο· μοιροφωτιά ξεχύθηκε από την άκρη της, καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά της από την αίθουσα.

Η Νυνάβε έπεσε και σύρθηκε σχεδόν με την κοιλιά προς την άλλη μεριά όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μέσα στον πάταγο και τον ορυμαγδό από τις κολώνες και τα δοκάρια που έπεφταν. Έστριψε λαχανιασμένη σε ένα διάδρομο με χαραγμένους και τους δύο τοίχους. Δεν ήξερε ως πού έκοβε η μοιροφωτιά· μπορεί να έφτανε ως έξω από το παλάτι. Στριφογύρισε σε ένα χαλί γεμάτο με σπασμένες πέτρες και κοίταξε επιφυλακτικά από την άκρη της πόρτας.

Η μοιροφωτιά είχε σβήσει πάλι. Στην κατεστραμμένη αίθουσα των εκθεμάτων επικρατούσε σιωπή, αν εξαιρούσε κανείς μερικά εξασθενημένα, πέτρινα τοιχώματα, που υποχωρούσαν και έπεφταν στο γεμάτο συντρίμμια πάτωμα. Η Τζεάνε Κάιντε δεν φαινόταν πουθενά, αν και είχε γκρεμιστεί αρκετό μέρος του απέναντι τοίχου ώστε να φαίνεται καθαρά η εσωτερική αυλή με το σιντριβάνι. Δεν θα ριψοκινδύνευε να κοιτάξει αν το τερ'ανγκριάλ είχε σκοτώσει τη γυναίκα που το χρησιμοποιούσε. Αγκομαχούσε και τα χέρια και τα πόδια της έτρεμαν τόσο πολύ, που πρόθυμα στάθηκε λίγο εκεί που βρισκόταν. Η διαβίβαση απαιτούσε ενέργεια, σαν κάθε άλλη δουλειά· όσο περισσότερο διαβίβαζες, τόσο περισσότερη ενέργεια χρειαζόσουν. Και όσο πιο πολύ κουραζόσουν, τόσο λιγότερο μπορούσες να διαβιβάσεις. Δεν ήταν βέβαιη αν εκείνη τη στιγμή μπορούσε να αντιμετωπίσει την Τζεάνε Κάιντε ακόμα και κατάκοπη.

Τι ανόητη που ήταν. Είχε πολεμήσει τη Μογκέντιεν με τη Δύναμη και δεν είχε φανταστεί ότι μια τόσο ισχυρή διαβίβαση θα ξεσήκωνε όλες τις Μαύρες αδελφές στο παλάτι. Ήταν τυχερή που η Ντομανή δεν είχε έρθει με το τερ'ανγκριάλ όσο η ίδια ήταν απασχολημένη με την Αποδιωγμένη. Πιθανότατα θα πέθαιναν και οι δύο πριν αντιληφθούν την παρουσία της τρίτης γυναίκας.

Ξαφνικά είδε κάτι που την έκανε να σαστίσει. Η Μογκέντιεν είχε εξαφανιστεί! Η μοιροφωτιά δεν την είχε πλησιάσει λιγότερο από τρία μέτρα, αλλά δεν ήταν πια εκεί. Ήταν αδύνατον. Ήταν φραγμένη.

«Και πού ξέρω τι είναι αδύνατο;» μουρμούρισε η Νυνάβε. «Ήταν αδύνατο να νικήσω μια Αποδιωγμένη και να που το έκανα».

Κι ακόμα δεν φαινόταν ίχνος της Τζεάνε Κάιντε.

Σηκώθηκε όρθια με κόπο και έτρεξε στο σημείο που είχαν ορίσει να συναντηθούν. Αν η Ηλαίην δεν είχε μπλέξει πουθενά, ίσως τελικά να έβγαιναν σώες από δω.

55

Στα Βαθιά

Υπηρέτες βούιζαν σαν μελίσσι στους διαδρόμους καθώς έτρεχε η Νυνάβε, φωνάζοντας και ρωτώντας με αγωνία ο ένας τον άλλο. Μπορεί να μην ένιωθαν τη διαβίβαση, αλλά καταλάβαιναν πότε γκρεμιζόταν το παλάτι. Πέρασε ανάμεσά τους· γι' αυτούς ήταν απλώς άλλη μια πανικόβλητη υπηρέτρια.