Выбрать главу

Ο Πέριν ένιωσε τις τρίχες του να σηκώνονται, όταν ο Ραντ άρχισε να λέει την ιστορία του. Όχι ότι ο πέλεκυς ήταν κάτι ευχάριστο, αλλά τουλάχιστον ήταν κάτι στερεό, κάτι πραγματικό. Η ίδια σου η αντανάκλαση, όμως, να πηδήξει πάνω σου από τους καθρέφτες... Ασυναίσθητα σάλεψε τα πόδια του, προσπαθώντας να μην πατά πάνω σε σπασμένα γυαλιά.

Λίγο μετά την αρχή της αφήγησης του, ο Ραντ έριξε μια κλεφτή ματιά πίσω του, στο σεντούκι, σαν να μην ήθελε να το παρατηρήσουν. Αμέσως μετά, τα θραύσματα του επάργυρου γυαλιού, που ήταν σκορπισμένα πάνω στο καπάκι του, κουνήθηκαν και έπεσαν στο χαλί, σαν να τα είχε μαζέψει μια αόρατη σκούπα. Ο Ραντ αντάλλαξε μια ματιά με τη Μουαραίν κι ύστερα κάθισε αργά και συνέχισε να διηγείται την ιστορία του. Ο Πέριν δεν ήξερε να πει ποιος από τους δύο είχε καθαρίσει το σεντούκι. Στην ιστορία του Ραντ η Μπερελαίν δεν μνημονεύθηκε.

«Πρέπει να ήταν κάποιος Αποδιωγμένος», κατέληξε ο Ραντ. «Ίσως ο Σαμαήλ. Είπες ότι είναι στο Ίλιαν. Εκτός αν είναι κανείς τους εδώ, στο Δάκρυ. Μπορεί ο Σαμαήλ να φτάσει στην Πέτρα από το Ίλιαν;»

«Ούτε ακόμα κι αν είχε στο χέρι το Καλαντόρ», του είπε η Μουαραίν. «Υπάρχουν όρια. Ο Σαμαήλ είναι απλώς άνθρωπος, όχι ο Σκοτεινός».

Απλώς άνθρωπος; Δεν είναι καλή η περιγραφή, σκέφτηκε ο Πέριν: ένας άντρας που μπορούσε να διαβιβάζει, ο οποίος όμως με κάποιον τρόπο δεν είχε τρελαθεί· τουλάχιστον όχι ακόμα, δεν το ήξερε κανείς στα σίγουρα. Κάποιος που ήταν εξίσου ισχυρός με τον Ραντ ― αλλά εκεί που ο Ραντ προσπαθούσε να μάθει, ο Σαμαήλ ήδη γνώριζε όλα τα κόλπα που του πρόσφεραν οι ικανότητές του. Κάποιος που ήδη είχε περάσει τρεις χιλιάδες χρόνια παγιδευμένος στη φυλακή του Σκοτεινού, κάποιος που είχε περάσει στη Σκιά από δική του επιλογή. Όχι. Η φράση «απλώς άνθρωπος» δεν μπορούσε να περιγράψει τον Σαμαήλ, ούτε και κάποιον από τους Αποδιωγμένους.

«Τότε κάποιος απ' αυτούς βρίσκεται εδώ. Στην πόλη». Ο Ραντ χαμήλωσε το κεφάλι στους καρπούς του, αλλά αμέσως μετά ίσιωσε το σώμα του και αγριοκοίταξε τους υπόλοιπους στο δωμάτιο. «Δεν θα επιτρέψω να με κυνηγήσουν άλλο πια. Εγώ θα γίνω το κυνηγόσκυλο. Θα τον βρω —όποιος ή όποια κι αν είναι― και θα —»

«Δεν είναι Αποδιωγμένος», τον έκοψε η Μουαραίν. «Έτσι νομίζω. Αυτό που έγινε παραήταν απλό. Και περίπλοκο».

Ο Ραντ μίλησε ήρεμα. «Μη μιλάς με γρίφους, Μουαραίν. Αν δεν είναι ένας Αποδιωγμένος, τότε ποιος είναι; Ή τι;»

Το πρόσωπο της Μουαραίν ήταν ανέκφραστο και σκληρό σαν αμόνι, όμως η Άες Σεντάι κοντοστάθηκε καθώς ζύγιζε τα λόγια της. Δεν μπορούσε να διακρίνει κανείς αν ήταν αβέβαιη για την απάντηση, ή αν σκεφτόταν πόσα έπρεπε να αποκαλύψει.

«Καθώς εξασθενούν οι σφραγίδες που συγκρατούν τη φυλακή του Σκοτεινού», είπε έπειτα από λίγο, «ίσως αναπόφευκτα ένα... μίασμα... να δραπέτευσε, ενόσω ακόμα αυτός είναι φυλακισμένος. Σαν φυσαλίδες, που ανεβαίνουν στην επιφάνεια από κάτι που σαπίζει στον πυθμένα μιας λιμνούλας. Αλλά αυτές οι φυσαλίδες θα πλέουν στο Σχήμα μέχρι να προσκολληθούν σε ένα νήμα και να σπάσουν».

«Φως μου!» Η φράση ξέφυγε από το στόμα του Πέριν πριν προλάβει να τη σταματήσει. Το βλέμμα της Μουαραίν καρφώθηκε πάνω του. «Εννοείς ότι αυτό που συνέβη... στον Ραντ, θα αρχίσει να συμβαίνει στους πάντες;»

«Όχι στους πάντες. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Στην αρχή, νομίζω ότι θα υπάρχουν μόνο μερικές φυσαλίδες που θα γλιστρούν από τις χαραμάδες, μέσα από τις οποίες μπορεί να ασκήσει επιρροή ο Σκοτεινός. Αργότερα ποιος ξέρει; Και όπως οι τα'βίρεν κάμπτουν τα άλλα νήματα του Σχεδίου γύρω τους, έτσι νομίζω πως θα κάνουν και με αυτές τις φυσαλίδες: θα τείνουν να τις προσελκύουν πιο έντονα απ' όσο άλλοι». Τα μάτια της έλεγαν ότι ήξερε πως ο Ραντ δεν ήταν ο μόνος που είχε δει ένα ζωντανό εφιάλτη. Ένα φευγαλέο χαμόγελο, που χάθηκε σχεδόν πριν το δει ο Πέριν, του είπε ότι μπορούσε να διατηρήσει τη σιωπή του, αν ήθελε να το κρατήσει μυστικό από τους άλλους. Όμως η Μουαραίν το ήξερε. «Αλλά στους μήνες που θα έρθουν —στα χρόνια, αν είμαστε τυχεροί και ζήσουμε τόσο― φοβάμαι ότι πολλοί θα δουν πράγματα που θα κάνουν τις τρίχες της κεφαλής τους να ασπρίσουν, αν επιζήσουν».

«Ο Ματ», είπε ο Ραντ. «Ξέρεις αν...; Είναι...;»

«Σύντομα θα ξέρω», αποκρίθηκε γαλήνια η Μουαραίν. «Αυτό που έγινε δεν αλλάζει, αλλά μπορούμε να ελπίζουμε». Παρά τον τόνο της, όμως, η οσμή της έδειχνε ανησυχία, ώσπου μίλησε ο Ρούαρκ.

«Είναι καλά. Ή, τουλάχιστον, ήταν καλά. Τον είδα καθώς ερχόμουν».

«Πού πήγαινε;» ρώτησε η Μουαραίν με ένταση στη φωνή της.

«Έμοιαζε να κατευθύνεται προς τα διαμερίσματα των υπηρετών», της είπε ο Αελίτης. Ήξερε ότι οι τρεις ήταν τα’βίρεν, αν και γνώριζε λιγότερα απ' όσα νόμιζε, και ήξερε τον Ματ αρκετά ώστε να προσθέσει: «Όχι στους στάβλους, Άες Σεντάι. Ανάποδα πήγαινε, κατά το ποτάμι. Και δεν υπάρχουν βάρκες στις αποβάθρες της Πέτρας». Η φωνή του δεν σκάλωσε στις λέξεις «βάρκες» και «αποβάθρες», όπως έκαναν οι περισσότεροι Αελίτες, παρ' όλο που στην Ερημιά τέτοια πράγματα υπήρχαν μονάχα στα παραμύθια.