«Δεν θέλω ν' ακούω τέτοια πράγματα από το στόμα σου». Η Νυνάβε είχε έναν τόνο ήσυχο και γαλήνιο στη φωνή της, όμως τίναξε την πλεξούδα πάνω από τον ώμο της και άρπαξε την άκρη με τη γροθιά της, όπως έκανε όταν ήταν θυμωμένη ή ταραγμένη. Η Εγκουέν σκέφτηκε ότι μάλλον δεν ήταν ταραγμένη· η Τζόγια δεν φαινόταν να της προκαλεί ανατριχίλα, όπως έκανε στην Εγκουέν.
«Μετανόησα για τα αμαρτήματά μου», είπε γλυκά η Τζόγια. «Ο Δράκοντας Αναγεννήθηκε και κρατά το Καλαντόρ. Οι Προφητείες εκπληρώθηκαν. Ο Σκοτεινός θα αποτύχει. Το βλέπω τώρα. Η μετάνοιά μου είναι πραγματική. Κανείς δεν μπορεί να περπατά στο Σκοτάδι τόσον καιρό, ώστε να μην μπορεί να ξανάρθει στο Φως».
Με κάθε λέξη, το πρόσωπο της Νυνάβε ολοένα και σκοτείνιαζε. Η Εγκουέν ήταν σίγουρη ότι η Νυνάβε τώρα ήταν τόσο εξοργισμένη που μπορούσε να διαβιβάσει, αλλά αν διαβίβαζε, σίγουρα θα το έκανε για να στραγγαλίσει την Τζόγια. Η Εγκουέν, όπως και η Νυνάβε, δεν πίστευε στη μετάνοια της Τζόγια, όμως τα λόγια της ίσως να ήταν πραγματικά. Η Τζόγια ήταν ικανή, και με το παραπάνω, να αποφασίσει ψυχρά και να πάει στην πλευρά που θεωρούσε ότι θα επικρατήσει. Ή μπορεί να ροκάνιζε το χρόνο λέγοντας ψέματα, με την ελπίδα μιας διάσωσης.
Κανονικά θα έπρεπε να είναι ακατόρθωτο για μια Άες Σεντάι να πει ψέματα, ακόμα για και κάποια που είχε χάσει κάθε δικαίωμα να αποκαλεί τον εαυτό της Άες Σεντάι ― τουλάχιστον όχι απροκάλυπτα ψέματα. Αυτό εξασφάλιζε ο πρώτος από τους Τρεις Όρκους, που τον έδιναν με τη Ράβδο των Όρκων στο χέρι. Μα οι όρκοι που έδιναν στον Σκοτεινό μπαίνοντας στο Μαύρο Άτζα, όποιοι κι αν ήταν, φαινόταν να τις αποδεσμεύουν από τους Τρεις Όρκους τους.
Εν πάση περιπτώσει. Η Άμερλιν τις είχε στείλει εδώ για να κυνηγήσουν το Μαύρο Άτζα, να κυνηγήσουν τη Λίαντριν και τις υπόλοιπες δώδεκα, που είχαν διαπράξει φόνους και είχαν φύγει από τον Πύργο. Και τώρα ο μόνος δρόμος που τους έμενε ήταν αυτά που μπορούσαν να τους πουν αυτές οι δύο, ή αυτά που θα ήθελαν να τους πουν.
«Ξαναπές μας την ιστορία σου», την πρόσταξε η Εγκουέν. «Χρησιμοποίησε διαφορετικές λέξεις αυτή τη φορά. Βαρέθηκα να ακούω ιστορίες που έχεις αποστηθίσει». Αν έλεγε ψέματα, ήταν πολύ πιθανό να μπερδευτεί λέγοντας την ιστορία της διαφορετικά. «Μίλα και θα σε ακούσουμε». Αυτό το είπε για να το ακούσει η Νυνάβε· εκείνη ξεφύσησε δυνατά κι ύστερα ένευσε κοφτά.
Η Τζόγια σήκωσε τους ώμους. «Όπως επιθυμείτε. Για να δω. Διαφορετικά λόγια. Ο ψεύτικος Δράκοντας, ο Μάζριμ Τάιμ, που συνελήφθη στη Σαλδαία, μπορεί να διαβιβάζει με απίστευτη δύναμη. Μάλλον είναι ισχυρός σαν τον Ραντ αλ'Θόρ, ή ελάχιστα λιγότερο, αν πιστέψει κανείς τις αναφορές. Πριν τον φέρουν στην Ταρ Βάλον για να τον ειρηνέψουν, η Λίαντριν σκοπεύει να τον απελευθερώσει. Θα αναγορευτεί Αναγεννημένος Δράκοντας, το όνομά που θα του δοθεί θα είναι Ραντ αλ'Θόρ και ύστερα θα τον στείλουν να σπείρει τον όλεθρο. Ο κόσμος ολόκληρος θα έχει να δει καταστροφή σε τέτοια κλίμακα από τον Εκατονταετή Πόλεμο».
«Αυτό είναι αδύνατον», την έκοψε η Νυνάβε. «Το Σχήμα δεν θα δεχτεί έναν Ψεύτικο Δράκοντα τώρα που ο Ραντ έχει αυτοανακηρυχθεί τέτοιος».
Η Εγκουέν αναστέναξε. Το είχαν ξαναπεί, όμως η Νυνάβε πάντα διαφωνούσε μ' αυτό. Η Εγκουέν δεν ήταν σίγουρη αν η Νυνάβε πίστευε πραγματικά ότι ο Ραντ ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας, ό,τι κι αν έλεγε, παρά τις Προφητείες, το Καλαντόρ και την άλωση της Πέτρας. Η Νυνάβε ήταν μεγαλύτερή του, τον είχε φροντίσει όταν ήταν μικρός, όπως είχε φροντίσει και την Εγκουέν. Ήταν ένας χωρικός από το Πεδίο του Έμοντ και η Νυνάβε ακόμα θεωρούσε ότι το πρώτο καθήκον της ήταν να προστατεύει τους ανθρώπους του Πεδίου του Έμοντ.
«Έτσι σου είπε η Μουαραίν;» ρώτησε η Τζόγια με μια νότα περιφρόνησης. «Η Μουαραίν δεν έμεινε για μεγάλο διάστημα στον Πύργο από τότε που έγινε Άες Σεντάι, ούτε και έχει μείνει με τις άλλες αδελφές της πολύ καιρό κάπου αλλού. Φαντάζομαι ότι θα ξέρει τα πάρε-δώσε της ζωής στο χωριό, ίσως και κάτι από τα πολιτικά των εθνών, όμως προφασίζεται βεβαιότητα για ζητήματα που μαθαίνει κανείς μόνο με μελέτη και συζήτηση με εκείνες που ξέρουν. Πάντως, μπορεί και να έχει δίκιο. Ο Μάζριμ Τάιμ μπορεί να ανακαλύψει ότι είναι αδύνατο να αυτοανακηρυχθεί Αναγεννημένος Δράκοντας. Αν όμως το κάνουν άλλοι γι' αυτόν, έχει σημασία η διαφορά;»
Η Εγκουέν ευχήθηκε να γυρνούσε η Μουαραίν. Αυτή η γυναίκα εδώ δεν θα μιλούσε με τέτοια πεποίθηση, αν η Μουαραίν ήταν εδώ. Η Τζόγια ήξερε πολύ καλά ότι η Εγκουέν και η Νυνάβε ήταν απλώς και μόνο Αποδεχθείσες. Αυτό έπαιζε κάποιο ρόλο.