Η Εγκουέν στύλωσε το κορμί, μιμούμενη την Ηλαίην ― ευχήθηκε να κατάφερνε να πάρει την πόζα εξίσου καλά με την Κόρη-Διάδοχο. «Θέλω... θέλουμε να δούμε πώς είναι οι πληγές του Άρχοντα Δράκοντα», ανήγγειλε.
Η παρατήρησή της θα ήταν ολοφάνερα ανόητη αν οι άντρες ήξεραν για τη Θεραπεία, όμως δεν υπήρχε μεγάλη πιθανότητα γι' αυτό· ελάχιστοι ήξεραν κάτι, κι οι Αελίτες μάλλον ακόμα λιγότερα. Αρχικά δεν σκόπευε να προσφέρει καμία εξήγηση για την παρουσία τους εκεί —αρκούσε που τις περνούσαν για Άες Σεντάι― όμως, όταν οι Αελίτες σχεδόν ξεφύτρωσαν από το μαύρο, μαρμάρινο δάπεδο, ξαφνικά της φάνηκε καλή ιδέα να το πει. Όχι ότι έκαναν κάποια κίνηση για να τις σταματήσουν. Όμως αυτοί οι άντρες ήταν ψηλοί, με άγριο πρόσωπο και κρατούσαν δόρατα και κεράτινα τόξα με έναν τρόπο που έδειχνε ότι η χρήση τους ήταν εξίσου φυσική και εύκολη με την αναπνοή. Με εκείνα τα ανοιχτόχρωμα μάτια να έχουν καρφωθεί πάνω της, η Εγκουέν θυμήθηκε ιστορίες για μαυροντυμένους Αελίτες δίχως έλεος και οίκτο, ιστορίες για τον Πόλεμο των Αελιτών και ανθρώπους σαν αυτούς μπροστά της, που είχαν κατατροπώσει όλους τους στρατούς που είχαν σταλεί εναντίον τους ως τον τελευταίο, που είχαν επιστρέψει στην Ερημιά του Άελ μόνο όταν είχαν νικήσει τα συνασπισμένα έθνη σε μια αιματηρή μάχη, η οποία κράτησε τρία μερόνυχτα μπροστά στην ίδια την Ταρ Βάλον. Λίγο ακόμα θα αγκάλιαζε το σαϊντάρ.
Ο Γκαούλ, ο αρχηγός των Σκυλιών της Πέτρας, ένευσε, κοιτάζοντας την Ηλαίην και την Εγκουέν με μια έκφραση σεβασμού. Ήταν ένας καλοκαμωμένος άντρας με τραχιά κοψιά, κάπως μεγαλύτερος από τη Νυνάβε, με μάτια πράσινα και καθαρά σαν γυαλισμένα πετράδια, των οποίων οι μακριές βλεφαρίδες ήταν τόσο σκούρες, που σχημάτιζαν ένα μαύρο περίγραμμα. «Μπορεί να τον ζορίζουν. Ήταν πολύ κακοδιάθετος σήμερα». Ο Γκαούλ χαμογέλασε πλατιά και τα δόντια του άστραψαν κατάλευκα για μια στιγμή, δείχνοντας κατανόηση για τον εκνευρισμό του τραυματισμένου. «Πρόλαβε κιόλας να διώξει ένα τσούρμο από αυτούς τους Υψηλούς Άρχοντες, και μάλιστα έναν τον πέταξε έξω ο ίδιος. Πώς τον έλεγαν;»
«Τορέαν», απάντησε ένας άλλος, ακόμα πιο ψηλός. Είχε το βέλος έτοιμο στη χορδή και κρατούσε το κοντό, κυρτό τόξο σχεδόν αφηρημένα. Τα γκρίζα μάτια του στάθηκαν στις δύο γυναίκες για μια στιγμή κι ύστερα το βλέμμα του συνέχισε να ψάχνει στις κολώνες του προθαλάμου.
«Τορέαν», συμφώνησε ο Γκαούλ. «Μου φάνηκε ότι θα τσουλούσε μέχρι εκείνα τα ωραία τα αγαλματάκια» —έδειξε με το δόρυ του τους ασάλευτους Υπερασπιστές, που σχημάτιζαν ένα δακτύλιο― «αλλά σταμάτησε τρεις απλωσιές προτού φτάσει. Έχασα ένα καλό Δακρινό υφαντό, γεμάτο γεράκια φτιαγμένα με χρυσό νήμα, το κέρδισε ο Μάνγκι». Ο ψηλός χαμογέλασε φευγαλέα, ικανοποιημένα.
Η Εγκουέν βλεφάρισε, βλέποντας με τα μάτια του μυαλού της τον Ραντ να πετά με τα ίδια του τα χέρια έναν Υψηλό Άρχοντα στο πάτωμα. Ποτέ δεν ήταν βίαιος· αντιθέτως. Πόσο είχε αλλάξει; Η Εγκουέν ήταν απασχολημένη με την Τζόγια και την Αμίκο, ο Ραντ ήταν απασχολημένος με τη Μουαραίν, τον Λαν ή τους Υψηλούς Άρχοντες και πρόφταιναν μόνο να μιλήσουν όταν πετύχαιναν ο ένας τον άλλο τυχαία, όπου έλεγαν δυο λόγια για το σπίτι αραιά και πού, πώς άραγε να ήταν το πανηγύρι του Μπελ Τάιν φέτος, πώς θα ήταν η Μέρα του Ήλιου. Πάντα βιαστικά. Πόσο είχε αλλάξει;
«Πρέπει να τον δούμε», είπε η Ηλαίην μ' ένα μικρό τρέμουλο στη φωνή της.
Ο Γκαούλ υποκλίθηκε, ακουμπώντας την αιχμή ενός δόρατος στο μαύρο μάρμαρο. «Φυσικά, Άες Σεντάι».
Η Εγκουέν μπήκε με κάποια επιφύλαξη στα διαμερίσματα του Ραντ, ενώ το πρόσωπο της Ηλαίην έλεγε ξεκάθαρα με πόσο κόπο έκανε αυτά τα λίγα βήματα.
Δεν είχε απομείνει κανένα ίχνος από τη νυχτερινή φρίκη, εκτός από την απουσία των καθρεφτών· ανοιχτόχρωμα σημεία στις επενδύσεις των τοίχων έδειχναν από πού είχαν αφαιρεθεί. Όχι ότι το δωμάτιο ήταν νοικοκυρεμένο· παντού υπήρχαν βιβλία, πάνω σε κάθε επιφάνεια, μερικά ανοιγμένα, σαν να τα είχαν εγκαταλείψει στη μέση της σελίδας, ενώ το κρεβάτι ήταν ξέστρωτο. Οι πορφυρές κουρτίνες σε όλα τα παράθυρα ήταν τραβηγμένες στο πλάι, προσφέροντας θέα στο ποτάμι προς τα δυτικά, όπου ήταν η καρδιά του Δακρύου, ενώ το Καλαντόρ αστραφτοκοπούσε σαν γυαλισμένο κρύσταλλο σε ένα πελώριο, χρυσοποίκιλτο στήριγμα, απίστευτα φανταχτερό. Κατά τη γνώμη της Εγκουέν, το στήριγμα ήταν η πιο άσχημη διακόσμηση που είχε δει ποτέ σε δωμάτιο ― ως τη στιγμή που το βλέμμα της έπεσε στους ασημένιους λύκους που καταβρόχθιζαν το χρυσό ελάφι, στο πεζούλι του τζακιού. Η αύρα που ερχόταν πού και πού από το ποτάμι κρατούσε το δωμάτιο αρκετά δροσερό, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Πέτρα.