Выбрать главу

Ο Ραντ φορούσε ένα πουκάμισο και ήταν ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα, με το πόδι κρεμασμένο στο μπράτσο της κι ένα δερματόδετο βιβλίο στηριγμένο στο γόνατό του. Όταν άκουσε τα βήματά τους, έκλεισε το βιβλίο μ' έναν ξερό κρότο, το έριξε μαζί με τα άλλα στο χαλί με τα σπειροειδή σχέδια και πετάχτηκε όρθιος, έτοιμος να τσακωθεί. Η κατσούφικη έκφρασή του καταλάγιασε, όταν κατάλαβε ποιες ήταν.

Για πρώτη φορά στην Πέτρα, η Εγκουέν έψαξε για αλλαγές στον Ραντ — και τις βρήκε.

Πόσοι μήνες είχαν περάσει από την τελευταία φορά που τον είχε δει; Αρκετοί για να σκληρύνει το πρόσωπό του, για να χαθεί το ανοιχτόκαρδο βλέμμα του. Κι οι κινήσεις του ακόμα ήταν αλλιώτικες, λίγο σαν του Λαν, λίγο σαν των Αελιτών. Με το μπόι που είχε, τα κοκκινωπά μαλλιά και τα μάτια του, που έμοιαζαν άλλοτε γαλάζια κι άλλοτε γκρίζα, ανάλογα με το φως που έπεφτε πάνω τους, έμοιαζε υπερβολικά με Αελίτη, τόσο που ήταν ανησυχητικό. Όμως είχε αλλάξει μέσα του;

«Νόμιζα ότι ήταν... κάποιος άλλος», μουρμούρισε, κοιτάζοντάς τες αμήχανος. Αυτός ήταν ο Ραντ που ήξερε η Εγκουέν, ακόμα και στην αμηχανία, που έβαφε τα μάγουλά του κόκκινα όταν κοίταζε είτε την ίδια, είτε την Ηλαίην. «Είναι... κάποιοι που θέλουν πράγματα τα οποία δεν μπορώ να δώσω. Πράγματα που δεν πρόκειται να δώσω». Το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση καχύποπτη, τόσο γρήγορα που η Εγκουέν έμεινε εμβρόντητη, ενώ ο τόνος του σκλήρυνε. «Εσείς τι θέλετε; Μήπως σας έστειλε η Μουαραίν για να με πείσετε να κάνω αυτό που θέλει;»

«Μην είσαι βλάκας», είπε κοφτά η Εγκουέν, πριν προλάβει να το σκεφτεί. «Δεν θέλω να αρχίσεις πόλεμο».

«Ήρθαμε για να... να σε βοηθήσουμε, αν μπορούμε», πρόσθεσε η Ηλαίην ικετευτικά. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους τους, εκείνος που θα ήταν πιο εύκολο να αναφέρουν, έτσι είχαν αποφασίσει ενώ έτρωγαν πρωινό.

«Ξέρετε τα σχέδια της για...» άρχισε να λέει τραχιά κι έπειτα άλλαξε απότομα θέμα. «Να με βοηθήσετε; Πώς; Αυτό λέει και η Μουαραίν».

Η Εγκουέν σταύρωσε αυστηρά τα χέρια κάτω από το στήθος, κρατώντας σφιχτά την εσάρπα, όπως συνήθιζε η Νυνάβε να κάνει στο Συμβούλιο του Χωριού όταν ήθελε να περάσει το δικό της, παρά το πείσμα τους. Ήταν πολύ αργά για να ξαναρχίσει· το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να συνεχίσει όπως είχε αρχίσει. «Σου είπα να μην είσαι βλάκας, Ραντ αλ'Θόρ. Μπορεί οι Δακρινοί να σου κάνουν υποκλίσεις ως τις μπότες, αλλά θυμάμαι τότε που η Νυνάβε σε έδειρε στον πισινό, επειδή άκουσες τον Ματ και κλέψατε μια κανάτα με μπράντυ μύλου». Η Ηλαίην είχε μια ουδέτερη έκφραση στο πρόσωπό της. Υπερβολικά ουδέτερη· η Εγκουέν κατάλαβε αμέσως ότι η Ηλαίην ήθελε να γελάσει δυνατά.

Ο Ραντ, φυσικά, δεν το πρόσεξε. Οι άντρες ποτέ δεν πρόσεχαν. Χαμογέλασε πλατιά στην Εγκουέν, έτοιμος κι ο ίδιος να γελάσει. «Μόλις είχαμε μπει στα δεκατρία. Μας βρήκε να κοιμόμαστε πίσω από το στάβλο του πατέρα σου και είχαμε τέτοιο πονοκέφαλο, που σχεδόν δεν καταλάβαμε τη βίτσα». Η Εγκουέν αλλιώτικα το θυμόταν. «Δεν ήταν σαν τότε, που της πέταξες τη γαβάθα κατακέφαλα. Θυμάσαι; Σου είχε δώσει τσάι σκυλόχορτου επειδή μια ολόκληρη βδομάδα ήσουν μελαγχολική και μόλις το γεύτηκες, τη βάρεσες με την καλύτερη γαβάθα της. Φως μου, είχες τσιρίξει τότε; Πότε είχε γίνει; Δυο χρόνια κλείνουν φέτος το —»

«Δεν είμαστε εδώ για να μιλήσουμε για τα παλιά», είπε η Εγκουέν τραβώντας εκνευρισμένα την εσάρπα. «Ήταν από ψιλό μαλλί, αλλά και πάλι έκανε πολλή ζέστη. Κι αυτός ο Ραντ, πάντα θυμόταν τα χειρότερα πράγματα.

Αυτός χαμογέλασε, σαν να καταλάβαινε τις σκέψεις της, και συνέχισε πιο ευδιάθετος. «Είπες ότι είστε εδώ για να με βοηθήσετε. Σε τι; Πώς κάνουμε έναν Υψηλό Άρχοντα να κρατήσει το λόγο του χωρίς να κοιτάμε συνέχεια πάνω από τον ώμο του, αυτό δεν φαντάζομαι να το ξέρετε. Ή πώς μπορούμε να σταματήσουμε τα ανεπιθύμητα όνειρα; Εδώ θα ήθελα λίγη βοήθεια για...» Το βλέμμα του στράφηκε στην Ηλαίην και μετά επέστρεψε στην Εγκουέν. Ύστερα ο Ραντ άλλαξε πάλι θέμα. «Τι λες για την Παλιά Γλώσσα; Έμαθες τίποτα στο Λευκό Πύργο;» Μην περιμένοντας απάντηση, έψαξε ανάμεσα στους τόμους που ήταν σκορπισμένοι στο χαλί. Υπήρχαν κι άλλοι στις καρέκλες, ανάμεσα στα σεντόνια, που είχαν μαζευτεί σωρός. «Έχω ένα αντίτυπο εδώ... κάπου... από το...»

«Ραντ». Η Εγκουέν ύψωσε τη φωνή. «Ραντ, δεν ξέρω να διαβάζω ι ην Παλιά Γλώσσα». Έριξε μια ματιά στην Ηλαίην, προειδοποιώντας τη να μην παραδεχτεί ότι γνώριζε. Δεν είχαν έρθει να του μεταφράσουν τις Προφητείες του Δράκοντα. Τα ζαφείρια στα μαλλιά ι ης Κόρης-Διαδόχου λικνίστηκαν, καθώς ένευε ότι συμφωνούσε. «Είχαμε άλλα πράγματα να μάθουμε».