Выбрать главу

Αυτή τη φορά τον πίεσε η Ηλαίην. «Ξέρεις πώς το σβήνεις; Έδειξες σαν να σκεφτόσουν κάτι πριν σβήσουν οι φλόγες».

«Αυτό το θυμάμαι, επειδή νομίζω ότι δεν το έχω ξανακάνει. Πήρα μέσα μου τη θερμότητα από τα τραπέζια και την άπλωσα στην πέτρα του τζακιού· το τζάκι δεν παθαίνει τίποτα από τόση ζέστη».

Η Ηλαίην άφησε μια κοφτή κραυγή, χαϊδεύοντας ασυνείδητα το αριστερό της χέρι για μια στιγμή, και η Εγκουέν μόρφασε με συμπόνια. Θυμόταν κάποτε, που όλος ο βραχίονάς της είχε γεμίσει φουσκάλες από εγκαύματα, επειδή η Κόρη-Διάδοχος είχε κάνει αυτό ακριβώς που περιέγραφε τώρα ο Ραντ, με μία μόνο λάμπα στο δωμάτιό της. Η Σέριαμ την είχε απειλήσει ότι θα άφηνε τις φουσκάλες να γιατρευτούν μόνες τους· μπορεί να μην το είχε κάνει, αλλά έτσι την είχε απειλήσει. Ήταν μια από τις προειδοποιήσεις που δέχονταν οι μαθητευόμενες· ποτέ να μην τραβούν τη θερμότητα μέσα τους. Μπορούσαν να σβήσουν μια φλόγα με Αέρα ή Νερό, αλλά αν χρησιμοποιούσαν τη Φωτιά για να απομακρύνουν τη θερμότητα ίσως αυτό προκαλούσε καταστροφή, ανεξάρτητα από το μέγεθος της φλόγας. Το ζήτημα δεν ήταν πόσο ισχυρή είναι κάποια, είχε πει η Σέριαμ· από τη στιγμή που έπαιρνε μέσα τη φλόγα, δεν μπορούσε να την αποβάλλει, ακόμα κι αν ήταν η ισχυρότερη γυναίκα που είχε βγει ποτέ από το Λευκό Πύργο. Υπήρχαν γυναίκες που είχαν πάρει φωτιά με αυτό τον τρόπο. Γυναίκες που είχαν πάρει φωτιά. Η Εγκουέν ανάσανε τραχιά.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Ραντ.

«Νομίζω ότι μόλις απέδειξες τη διαφορά». Αναστέναξε.

«Α! Σημαίνει αυτό ότι είσαι έτοιμη να εγκαταλείψεις;»

«Όχι!» Η Εγκουέν προσπάθησε να μαλακώσει τη φωνή της. Δεν ήταν θυμωμένη μαζί του. Όχι μαζί του. Δεν ήξερε με ποιον ήταν θυμωμένη. «Μπορεί να είχαν δίκιο οι δασκάλες μου, όμως πρέπει να υπάρχει τρόπος. Κάποιος τρόπος. Μόνο που αυτή τη στιγμή δεν μου έρχεται τίποτα».

«Προσπάθησες», είπε εκείνος απλά. «Σ' ευχαριστώ γι' αυτό. Δεν είναι δικό σου το σφάλμα που δεν βγήκε τίποτα».

«Πρέπει να υπάρχει τρόπος», είπε η Εγκουέν χαμηλόφωνα. «Θα τον βρούμε. Θα τον βρούμε», μουρμούρισε η Ηλαίην.

«Και βέβαια θα τον βρείτε», είπε με μια επίφαση άνετου τόνου. «Μα όχι σήμερα». Κοντοστάθηκε. «Φαντάζομαι θα φύγετε, λοιπόν». Φαινόταν ταυτόχρονα να λυπάται και να χαίρεται γι' αυτό. «Πρέπει να πω δυο λόγια στους Υψηλούς Άρχοντες για τους φόρους τώρα το πρωί. Νομίζουν ότι μπορούν να παίρνουν τα ίδια λεφτά από έναν αγρότη, είτε είναι καλή η χρονιά, είτε κακή, χωρίς να τον ρίξουν στη ζητιανιά. Εσείς μάλλον θα έχετε να ανακρίνετε εκείνες τις Σκοτεινόφιλες». Έσμιξε τα φρύδια.

Δεν είχε πει τίποτα, η Εγκουέν όμως ήταν σίγουρη ότι θα ήθελε να τις κρατήσει όσο μακρύτερα γινόταν από το Μαύρο Άτζα. Ένιωθε κάποια έκπληξη που δεν είχε ήδη προσπαθήσει να τις κάνει να γυρίσουν στον Πύργο. Ίσως να ήξερε ότι η Εγκουέν και η Νυνάβε θα του ξερίζωναν τα αφτιά, αν έκανε τέτοιο πράγμα.

«Και βέβαια», είπε με σταθερή φωνή. «Όχι όμως τώρα. Ραντ...» Ήταν ώρα να αναφέρει το δεύτερο λόγο που την είχε φέρει εκεί, όμως ήταν πιο δύσκολο απ' όσο περίμενε. Θα τον πλήγωνε· το θλιμμένο, επιφυλακτικό βλέμμα του την έπειθε γι’ αυτό. Αλλά έπρεπε να το κάνει. Έσφιξε την εσάρπα γύρω της· την άπλωσε από τους ώμους ως τη μέση. «Ραντ, δεν μπορώ να σε παντρευτώ».

«Το ξέρω», είπε εκείνος.

Αυτή βλεφάρισε. Δεν το δεχόταν τόσο άσχημα όσο περίμενε. Σκέφτηκε ότι αυτό ήταν ένα καλό σημάδι. «Δεν θέλω να σε πληγώσω —ειλικρινά όχι― αλλά δεν θέλω να σε παντρευτώ».

«Καταλαβαίνω, Εγκουέν. Ξέρω τι είμαι. Καμιά γυναίκα δεν θα —»

«Βλάκα, μπουμπουνοκέφαλε!» ξέσπασε αυτή. «Δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός ότι διαβιβάζεις. Δεν σ' αγαπώ! Τουλάχιστον όχι για να θέλω να σε παντρευτώ».

Ο Ραντ έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Δεν... δεν μ' αγαπάς;» Φαινόταν κατάπληκτος. Και πληγωμένος.

«Σε παρακαλώ, προσπάθησε να καταλάβεις», είπε με πιο τρυφερή φωνή. «Οι άνθρωποι αλλάζουν, Ραντ. Τα αισθήματα αλλάζουν. Όταν οι άνθρωποι είναι μακριά, μερικές φορές απομακρύνονται. Σ' αγαπώ σαν αδελφό, ίσως και παραπάνω από αδελφό, αλλά όχι για να σε παντρευτώ. Το καταλαβαίνεις;»

Αυτός κατάφερε να χαμογελάσει πικρά. «Είμαι στ' αλήθεια βλάκας. Δεν πίστεψα ότι κι εσύ θα άλλαζες. Εγκουέν, ούτε κι εγώ θέλω να σε παντρευτώ. Δεν ήθελα να αλλάξω, δεν προσπάθησα να αλλάξω, μα συνέβη. Μακάρι να ήξερες πόσο μεγάλη σημασία έχει αυτό για μένα. Που δεν είναι ανάγκη πια να υποκρίνομαι. Που δεν θα φοβάμαι μήπως σε πληγώσω. Ποτέ δεν ήθελα να σε πληγώσω, Εγκουέν. Ποτέ».

Η Εγκουέν σχεδόν χαμογέλασε. Το αντιμετώπιζε με μεγάλο θάρρος· λίγο ακόμα και θα την έπειθε. «Χαίρομαι που το δέχεσαι τόσο καλά», του είπε τρυφερά, «Ούτε κι εγώ θέλω να σε πληγώσω. Και τώρα στ' αλήθεια πρέπει να φύγω». Σηκώθηκε από την καρέκλα της, έσκυψε και τον φίλησε απαλά στο μάγουλο. «Θα βρεις κάποια άλλη».