«Σελήνη», είπε με κομμένη την ανάσα, πλησιάζοντάς τη γοργά. «Από πού ήρθες; Πώς έφτασες εδώ; Νόμιζα ότι θα ήσουν ακόμα στην Καιρχίν ή...» Έτσι όπως την κοίταζε, δεν ήθελε να της πει ότι είχε φοβηθεί μήπως ήταν νεκρή, ή μια πρόσφυγας που λιμοκτονούσε.
Μια υφαντή ζώνη από ασήμι λαμπύριζε στη στενή μέση της· ασημένια πιαστράκια με άστρα και ημισελήνους έλαμπαν στα μαλλιά της, που χύνονταν στους ώμους της σαν καταρράχτες από νύχτα. Ήταν ακόμα η ομορφότερη γυναίκα που είχε δει ποτέ του. Η Ηλαίην και η Εγκουέν ήταν απλώς συμπαθητικές σε σύγκριση μ' αυτή. Για κάποιο λόγο, όμως, αυτό δεν τον επηρέαζε όπως την άλλη φορά· ίσως να ήταν οι τόσοι μήνες που είχαν περάσει από την τελευταία φορά που είχαν ειδωθεί, σε μια Καιρχίν που δεν τη ρήμαζε ακόμα ο εμφύλιος πόλεμος.
«Πάω όπου επιθυμώ». Κοίταξε το πρόσωπό του συνοφρυωμένη. «Σημαδεύτηκες, αλλά δεν πειράζει. Ήσουν δικός μου, και είσαι δικός μου. Οποιαδήποτε άλλη δεν είναι παρά μια αντικαταστάτρια, που πέρασε ο καιρός της. Τώρα θα διεκδικήσω απροκάλυπτα αυτό που μου ανήκει».
Αυτός έμεινε να την κοιτάζει. Σημαδεύτηκε; Μιλούσε για τα χέρια του; Και τι εννοούσε λέγοντας ότι ήταν δικός της; «Σελήνη», της είπε απαλά, «περάσαμε ευχάριστες μέρες μαζί —και δύσκολες· ποτέ δεν θα ξεχάσω το κουράγιο και τη βοήθεια που μου πρόσφερες― αλλά ποτέ δεν υπήρχε μεταξύ μας κάτι παραπάνω από συντροφικότητα. Ταξιδέψαμε μαζί, αλλά αυτό ήταν όλο. Θα μείνεις εδώ, στην Πέτρα, στα καλύτερα δωμάτια, κι όταν επικρατήσει πάλι ειρήνη στην Καιρχίν, θα φροντίσω να σου επιστραφούν τα κτήματα, αν μπορέσω».
«Στ' αλήθεια σημαδεύτηκες». Χαμογέλασε ειρωνικά. «Κτήματα στην Καιρχίν; Μπορεί να είχα κάποτε κτήματα σε εκείνες τις περιοχές. Η γη άλλαξε τόσο πολύ, που τίποτα δεν είναι όπως τότε. Σελήνη είναι μόνο ένα από τα ονόματα που χρησιμοποιώ μερικές φορές, Λουζ Θέριν. Το όνομα που υιοθέτησα είναι το Λανφίαρ».
Ο Ραντ ξέσπασε σε ένα ξερό γέλιο. «Άσχημο αστείο, Σελήνη. Εγώ δεν θα αστειευόμουν ούτε με τον Σκοτεινό, ούτε με τους Αποδιωγμένους. Και το όνομά μου είναι Ραντ».
«Προτιμάμε να λεγόμαστε Εκλεκτοί», του είπε αυτή γαλήνια. «Είμαστε οι επιλεγμένοι, που θα κυριαρχήσουμε στον κόσμο παντοτινά. Θα ζήσουμε παντοτινά. Κι εσύ μπορείς».
Αυτός την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια με ανησυχία. Στ' αλήθεια πίστευε ότι ήταν... Μπορεί να την είχαν τρελάνει οι ταλαιπωρίες στο ταξίδι της προς το Δάκρυ. Αλλά δεν φαινόταν τρελή. Ήταν γαλήνια, ψύχραιμη, όλο αυτοπεποίθηση. Ασυναίσθητα, ο Ραντ άπλωσε προς το σαϊντίν. Άπλωσε προς εκεί ― και χτύπησε έναν τοίχο που δεν καταγραφόταν στην όραση ή στην αφή του, αλλά όμως τον εμπόδιζε να φτάσει στην Πηγή. «Δεν μπορεί να είσαι τέτοιο πράγμα». Αυτή του χαμογέλασε. «Φως μου», είπε ψιθυριστά. «Είσαι από εκείνους».
Οπισθοχώρησε αργά. Αν έφτανε στο Καλαντόρ, τουλάχιστον θα είχε ένα όπλο. Ίσως να μη δούλευε σαν ανγκριάλ, αλλά έκανε για σπαθί. Αλλά μπορούσε να στρέψει ένα σπαθί ενάντια σε μια γυναίκα, ενάντια στη Σελήνη; Όχι, ήταν ενάντια στη Λανφίαρ, ενάντια σε μια Αποδιωγμένη.
Η ράχη του άγγιξε κάτι και κοίταξε γύρω για να δει τι ήταν. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Ένα τείχος από τίποτα, που πάνω εκεί ήταν κολλημένη η πλάτη του. Το Καλαντόρ λαμπύριζε τρία βήματα παραπέρα ― από την άλλη πλευρά. Βροντοχτύπησε συγχυσμένος τη γροθιά του στο φράγμα· ήταν σκληρό σαν βράχος.
«Δεν μπορώ να σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, Λουζ Θέριν. Όχι ακόμα». Τον σίμωσε κι αυτός σκέφτηκε ότι θα μπορούσε απλώς να την αρπάξει. Ήταν πολύ πιο δυνατός και μεγαλόσωμος ― κι έτσι φραγμένος που ήταν, θα μπορούσε να τον τυλίξει με τη Δύναμη σαν γατάκι που έχει μπλεχτεί σ' ένα κουβάρι σπάγκο. «Ειδικά μ' αυτό εκεί», πρόσθεσε, κοιτάζοντας μ' ένα μορφασμό το Καλαντόρ. «Υπάρχουν μόνο δύο που είναι ισχυρότερά του και μπορεί να τα χρησιμοποιήσει άντρας. Ξέρω ότι τουλάχιστον το ένα υπάρχει ακόμα. Όχι, Λουζ Θέριν. Ακόμα δεν σ' εμπιστεύομαι μ' αυτό».
«Πάψε να με λες έτσι», μούγκρισε αυτός. «Το όνομά μου είναι Ραντ. Ραντ αλ'Θόρ».
«Είσαι ο Λουζ Θέριν Τέλαμον. Ε, σωματικά, τίποτα δεν είναι ίδιο, εκτός από το ύψος σου, αλλά θα αναγνώριζα ποιος κρύβεται πίσω από τα μάτια σου ακόμα κι αν σε έβρισκα στην κούνια». Ξαφνικά γέλασε. «Πόσο ευκολότερα θα ήταν όλα, αν σε έβρισκα τότε. Αν ήμουν ελεύθερη να...» Το γέλιο έσβησε, έγινε μια θυμωμένη ματιά. «Θέλεις να δεις την πραγματική μου όψη; Ούτε κι αυτό δεν θυμάσαι, έτσι δεν είναι;»
Προσπάθησε να πει όχι, όμως η γλώσσα του δεν τον υπάκουγε. Κάποτε είχε δει δύο Αποδιωγμένους μαζί, τον Άγκινορ και τον Μπάλταμελ, τους δύο πρώτους που είχαν απελευθερωθεί έπειτα από τρεις χιλιάδες χρόνια που ήταν παγιδευμένοι κάτω από τη σφραγίδα, στη φυλακή του Σκοτεινού. Ο ένας ήταν πιο χλωμός απ' όσο μπορούσε να είναι κάποιο ζωντανό πλάσμα· ο άλλος έκρυβε το πρόσωπό του με μια μάσκα, έκρυβε κάθε κομμάτι της σάρκας του σαν να μην άντεχε να το βλέπει ούτε ο ίδιος, ούτε οι άλλοι.