«Σου έστριψε», της είπε αυτός με τραχιά φωνή. «Ο Πατέρας του Ψεύδους λέει ότι θα με αφήσει ελεύθερο; Γεννήθηκα για να τον πολεμήσω. Γι' αυτό είμαι εδώ, για να εκπληρώσω τις Προφητείες. Θα τον πολεμώ, κι αυτόν και όλους σας, μέχρι την Τελευταία Μάχη. Μέχρι την τελευταία μου ανάσα!»
«Δεν είσαι υποχρεωμένος. Μια προφητεία είναι απλώς ένα σύμβολο για τα πράγματα στα οποία ελπίζουν οι άνθρωποι. Αν εκπληρώσεις τις Προφητείες, αυτό θα σε δεσμεύσει σε ένα δρόμο που οδηγεί στην Τάρμον Γκάι'ντον και το θάνατό σου. Η Μογκέντιεν και ο Σαμαήλ μπορούν να εξοντώσουν το σώμα του. Ο Μέγας Άρχοντας του Σκότους μπορεί να εξοντώσει την ψυχή σου. Πρόκειται για ένα τέλος απόλυτο και οριστικό. Ποτέ δεν θα ξαναγεννηθείς, όσο κι αν γυρνά ο Τροχός του Χρόνου!»
«Όχι!»
Στάθηκε να τον κοιτάζει ώρα πολλή· το βλέμμα του σχεδόν διέκρινε μια ζυγαριά, να συγκρίνει εναλλακτικές λύσεις. «Θα μπορούσα να σε πάρω μαζί μου», του είπε τελικά. «Θα μπορούσα να σε υποτάξω στον Μέγα Άρχοντα, ό,τι κι αν θέλεις ή πιστεύεις. Υπάρχουν τρόποι».
Κοντοστάθηκε, ίσως για να δει αν τον άγγιζαν τα λόγια της. Στη ράχη του κυλούσε ιδρώτας, όμως την κοίταζε μια με ήρεμη έκφραση. Είτε του δινόταν μια ευκαιρία, είτε όχι, έπρεπε να κάνει κάτι. Η δεύτερη απόπειρά του να φτάσει το σαϊντίν χτύπησε μάταια πάνω στο αόρατο εκείνο φράγμα. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί, σαν να συλλογιζόταν. Το Καλαντόρ ήταν πίσω του, άπιαστο όσο και η άλλη πλευρά του ωκεανού Άρυθ. Το μαχαίρι της ζώνης του βρισκόταν στο τραπέζι πλάι στο κρεβάτι, μαζί με μια μισοτελειωμένη αλεπού την οποία σκάλιζε. Οι άμορφοι όγκοι του λιωμένου μέταλλου τον κορόιδευαν από το τζάκι, ένας καλοντυμένος άνθρωπος περνούσε από τις πόρτες κρατώντας ένα μαχαίρι, βιβλία βρίσκονταν παντού ολόγυρα. Στράφηκε ξανά στη Λανφίαρ, σφίγγοντας το κορμί του.
«Πάντα ήσουν πεισματάρης», μουρμούρισε αυτή. «Αυτή τη φορά δεν θα σε πάρω. Θέλω να έρθεις μαζί μου με τη δική σου θέληση. Και θα το πετύχω. Τι συμβαίνει; Κατσούφιασες».
Ένας άντρας περνά από τις πόρτες κρατώντας ένα μαχαίρι· το βλέμμα του είχε γλιστρήσει πάνω σε αυτό τον άνθρωπο σχεδόν χωρίς να τον βλέπει πραγματικά. Ενστικτωδώς, έσπρωξε τη Λανφίαρ στην άκρη και άπλωσε προς την Αληθινή Πηγή· όταν άγγιξε τη θωράκιση που τον έφραζε, αυτή χάθηκε, και το σπαθί βρέθηκε στα χέρια του με μορφή χρυσοκόκκινης φλόγας. Ο άνθρωπος όρμησε πάνω του, κρατώντας το μαχαίρι χαμηλά και με τη μύτη γυρισμένη πάνω, έτοιμος για ένα φονικό χτύπημα. Ακόμα και τότε, του ήταν δύσκολο να διατηρήσει το βλέμμα σ' αυτό τον άντρα. Εντούτοις, ο Ραντ έκανε έναν άψογο ελιγμό και ο Άνεμος Που Φυσά Πάνω Από Τον Τοίχο έκοψε το χέρι που κρατούσε το μαχαίρι και κατέληξε να τρυπήσει την καρδιά του εχθρού. Για μια στιγμή κοίταξε τα μουντά μάτια του άλλου —ήταν στερημένα ζωής, ενώ η καρδιά του ακόμα αντλούσε αίμα― και ύστερα τράβηξε πίσω τη λεπίδα.
«Ένας Φαιός». Ο Ραντ πήρε μια ανάσα, που έμοιαζε να είναι η πρώτη εδώ και ώρες. Το πτώμα στα πόδια του ήταν σε ελεεινή κατάσταση, το αίμα κυλούσε στο χαλί με τα σπειροειδή σχέδια, αλλά τώρα δεν δυσκολευόταν να εστιάσει το βλέμμα του πάνω στον άντρα. Πάντα έτσι συνέβαινε με τους ασασίνους της Σκιάς· όταν τους έπαιρνες είδηση, συνήθως ήταν πολύ αργά. «Δεν είναι λογικό. Μπορούσες να με σκοτώσεις πανεύκολα. Γιατί να μου αποσπάσεις την προσοχή, ώστε να μου χιμήξει στα κρυφά ένας Φαιός;»
Η Λανφίαρ τον κοίταζε επιφυλακτικά. «Εγώ δεν χρησιμοποιώ τους Άψυχους. Σου είπα ότι υπάρχουν... διαφωνίες μεταξύ των Εκλεκτών. Φαίνεται ότι λάθεψα μια μέρα στην κρίση μου, αλλά ακόμα υπάρχει χρόνος για να έρθεις μαζί μου. Για να μάθεις. Για να ζήσεις. Με αυτό το σπαθί», είπε σχεδόν χλευαστικά, «δεν κάνεις ούτε το ένα δέκατο απ' όσα μπορείς. Έλα μαζί μου και μάθε. Ή μήπως θέλεις να με σκοτώσεις τώρα; Σε έλυσα για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου».