Η φωνή της, η στάση της, όλα έλεγαν ότι περίμενε μια επίθεση, ή τουλάχιστον ότι ήταν έτοιμη να την αποκρούσει, αλλά δεν ήταν αυτό που τον σταμάτησε, όπως και δεν τον είχε σταματήσει το γεγονός ότι είχε λύσει τα δεσμά του πριν. Ήταν μια Αποδιωγμένη· υπηρετούσε το κακό τόσον καιρό, που μπροστά της οι Μαύρες αδελφές φάνταζαν νεογέννητα μωρά. Όμως ο Ραντ έβλεπε μια γυναίκα. Έβρισε τον εαυτό του, τον είπε και τον ξαναείπε ηλίθιο, όμως δεν μπορούσε να το κάνει. Ίσως, αν η Λανφίαρ είχε προσπαθήσει να τον σκοτώσει. Ίσως τότε. Αλλά τώρα το μόνο που έκανε ήταν να στέκεται εκεί, να παρακολουθεί, να περιμένει. Το δίχως άλλο, ήταν έτοιμη να κάνει πράγματα με τη Δύναμη που αυτός δεν ήξερε καν ότι γίνονταν, αν προσπαθούσε να την αιχμαλωτίσει. Είχε καταφέρει να φράξει την Ηλαίην και την Εγκουέν, αλλά αυτό ήταν από τα πράγματα που μπορούσε να κάνει δίχως σκέψη κι ο τρόπος που το είχε κάνει ήταν θαμμένος βαθιά στο μυαλό του. Μπορούσε μόνο να θυμηθεί ότι το είχε κάνει, όχι το πώς. Τουλάχιστον είχε αδράξει γερά το σαϊντίν· δεν θα τον αιφνιδίαζε με τον ίδιο τρόπο. Το μίασμα, που του ανακάτωνε το στομάχι, δεν ήταν τίποτα· το σαϊντίν ήταν η ζωή, ίσως όχι μόνο με μία έννοια.
Μια ξαφνική σκέψη ξεπήδησε στο μυαλό του σαν θερμή πηγή. Οι Αελίτες. Ακόμα κι ένας Φαιός θα έβρισκε ότι ήταν αδύνατο να περάσει κρυφά από πόρτες τις οποίες παρακολουθούσαν πέντ' έξι Αελίτες.
«Τι τους έκανες;» Η φωνή του ήχησε σκληρή, καθώς πισωπατούσε προς τις πόρτες με το βλέμμα του πάνω της. Αν αυτή χρησιμοποιούσε τη Δύναμη, ίσως κάτι να τον προειδοποιούσε. «Τι έκανες στους Αελίτες απ' έξω;»
«Τίποτα», αποκρίθηκε εκείνη ψυχρά. «Μη βγεις έξω. Ίσως να είναι απλώς μια δοκιμή για να δουν πόσο ευπρόσβλητος είσαι, αλλά ακόμα και μια δοκιμή μπορεί να σε σκοτώσει, αν είσαι ανόητος».
Αυτός άνοιξε διάπλατα το αριστερό φύλλο της πόρτας και αντίκρισε μια σκηνή τρέλας.
10
Η Πέτρα Στέκει
Πεθαμένοι Αελίτες κείτονταν στα πόδια του Ραντ, μαζί με τα πτώματα τριών συνηθισμένων αντρών με απλά σακάκια και φαρδιά παντελόνια. Συνηθισμένοι άντρες, μόνο που έξι Αελίτες ήταν σφαγμένοι, ολόκληρη η φρουρά, μερικοί προφανώς πριν καταλάβουν τι γινόταν, ενώ τουλάχιστον από δύο Αελίτικα δόρατα διαπερνούσαν καθένα από τα πτώματα αυτών των συνηθισμένων αντρών.
Μα αυτά ήταν μονάχα η αρχή. Μόλις άνοιξε την πόρτα τον έπνιξε ο αχός της μάχης: φωνές, ουρλιαχτά, η κλαγγή του ατσαλιού ανάμεσα στις κολώνες από κοκκινόπετρα. Οι Υπερασπιστές στον προθάλαμο πολεμούσαν για τη ζωή τους κάτω από τις επίχρυσες λάμπες, παλεύοντας με ογκώδεις μορφές μέσα σε μαύρες πανοπλίες, δυο κεφάλια ψηλότερές τους, μορφές όμοιες με πανύψηλους ανθρώπους, των οποίων τα κεφάλια όμως παραμόρφωναν κέρατα ή πούπουλα, ενώ είχαν μουσούδες ή ράμφη εκεί που έπρεπε να είναι τα στόματα και οι μύτες. Τρόλοκ. Άλλοι φορούσαν αρβύλες κι άλλοι ήταν με γυμνές, αρκουδίσιες πατούσες ή με οπλές, θερίζοντας τους ανθρώπους με πέλεκεις που είχαν αλλόκοτα καρφιά, με αγκιστροφόρα δόρατα και με δρεπανόμορφα ξίφη που κύρτωναν προς τη λάθος κατεύθυνση. Και μαζί τους ήταν ένας Μυρντράαλ, όμοιος με άνθρωπο, με κινήσεις γεμάτες χάρη, δέρμα άσπρο, σαν κάμπια, μέσα σε μια μαύρη αρματωσιά, σαν θάνατος που είχε αποκτήσει σάρκα δίχως αίμα.
Κάπου στην Πέτρα χτύπησε το σήμαντρο του συναγερμού κι ύστερα κόπηκε με μια θανατερή οριστικότητα. Ένα άλλο το διαδέχθηκε, κι ύστερα ακόμα ένα, με ορειχάλκινη επένδυση.
Οι Υπερασπιστές μάχονταν κι ήταν ακόμα περισσότεροι από τους Τρόλοκ, όμως πεσμένοι κάτω ήταν πιο πολλοί άνθρωποι, παρά Τρόλοκ. Τη στιγμή που το βλέμμα του Ραντ έπεφτε πάνω τους, ο Μυρντράαλ ξεκολλούσε το μισό πρόσωπο του Δακρινού λοχαγού με το ένα χέρι και με το άλλο έχωνε μια θανατερά μαύρη λεπίδα στο λαρύγγι ενός Υπερασπιστή, ξεγλιστρώντας σαν φίδι από τους λογχισμούς των Υπερασπιστών. Οι Υπερασπιστές αντιμετώπιζαν κάτι που ως τότε το θεωρούσαν μόνο παραμύθια των ταξιδιωτών για να τρομάζουν τα παιδιά· το κουράγιο τους κόντευε να στερέψει. Ένας που είχε χάσει το κράνος του με το γείσο, πέταξε κάτω το δόρυ και έκανε να το σκάσει, μόνο που ο βαρύς πέλεκυς ενός Τρόλοκ του άνοιξε το κεφάλι σαν πεπόνι. Ένας άλλος κοίταξε τον Μυρντράαλ και έτρεξε να φύγει τσιρίζοντας. Ο Μυρντράαλ χίμηξε σαν φίδι μπροστά, για τον προλάβει. Σε λίγο όλοι οι άνθρωποι θα το έβαζαν στα πόδια.
«Ξέθωρε!» φώναξε ο Ραντ. «Για δοκίμασε κι εμένα, Ξέθωρε!» Ο Μυρντράαλ σταμάτησε απότομα, σαν να μην είχε σαλέψει ποτέ του, ενώ το χλωμό, ανόφθαλμο πρόσωπό του γύριζε προς τον Ραντ. Ο Ραντ ένιωσε να τον πλημμυρίζει ο φόβος μ' εκείνο το βλέμμα και γλίστρησε πάνω στη φυσαλίδα της παγερής γαλήνης που τον περιέβαλλε όταν κρατούσε το σαϊντίν· «η όψη του Ανόφθαλμου είναι φόβος», έλεγαν στις Μεθόριους. Κάποτε πίστευε ότι οι Ξέθωροι καβαλούσαν τις σκιές σαν να ήταν άλογα και ότι εξαφανίζονταν όταν γυρνούσαν στο πλάι. Αυτές οι παλιές πεποιθήσεις δεν απείχαν πολύ από την πραγματικότητα.