Выбрать главу

Ο Μυρντράαλ γλίστρησε προς το μέρος του σαν φίδι και ο Ραντ πήδηξε πάνω από τους νεκρούς στο κατώφλι για να τον ανταμώσει. Οι μπότες του σύρθηκαν στο ματωμένο, μαύρο μάρμαρο, όταν ξαναπάτησε κάτω. «Συγκεντρωθείτε στην Πέτρα!» φώναξε ενώ πηδούσε. «Η Πέτρα στέκει!» Αυτές ήταν οι πολεμικές κραυγές που είχε ακούσει τη νύχτα εκείνη, κατά την οποία η Πέτρα δεν είχε σταθεί.

Του φάνηκε ότι άκουσε μια αγανακτισμένη φωνή να λέει «ανόητε!» στο δωμάτιο απ' όπου είχε βγει, αλλά δεν είχε χρόνο να σκεφτεί τη Λανφίαρ, ή τα πράγματα που θα μπορούσε να του κάνει. Η μπότα που γλίστρησε και παραλίγο αυτό να του στοιχίσει τη ζωή· ο Ραντ πάσχισε να ξαναβρεί την ισορροπία του, ενώ παράλληλα η χρυσοκόκκινη λεπίδα του μόλις που πρόλαβε να αποκρούσει τη μαύρη λεπίδα του Μυρντράαλ. «Συγκεντρωθείτε στην Πέτρα! Η Πέτρα στέκει!» Έπρεπε να συγκρατήσει τους Υπερασπιστές, αλλιώς θα αντιμετώπιζε μόνος του τον Μυρντράαλ και είκοσι Τρόλοκ. «Η Πέτρα στέκει!»

Ο Ξέθωρος κινήθηκε γρήγορα, σαν ερπετό· η ψευδαίσθηση του φιδιού τονιζόταν από τα επικαλυπτόμενα ελάσματα της μαύρης αρματωσιάς στο στήθος του. Αλλά ακόμα και οι μαυρολόγχες δεν χτυπούσαν τόσο γοργά. Στην αρχή ο Ραντ κατέβαλλε όλες του τις προσπάθειες ώστε να μη βρει η λεπίδα του Μυρντράαλ την απροστάτευτη σάρκα του. Εκείνο το μαύρο μέταλλο μπορούσε να αφήσει πληγές που σάπιζαν, που ήταν εξίσου δύσκολο να Θεραπευτούν όσο και εκείνη που τώρα τον πονούσε στο πλευρό. Κάθε φορά που το σκοτεινό ατσάλι, που είχε σφυρηλατηθεί στο Θακαν'ντάρ, κάτω από τις πλαγιές του Σάγιολ Γκουλ, αντάμωνε την χρυσοκόκκινη λεπίδα, που ήταν σφυρηλατημένη από τη Δύναμη, το φως ξεσπούσε σαν αστραπή στην αίθουσα, με μια έντονη, γαλαζωπή απόχρωση που έφερνε πόνο στα μάτια. «Αυτή τη φορά θα πεθάνεις», είπε βραχνά ο Μυρντράαλ, με φωνή σαν ξερά φύλλα που θρυμματίζονταν. «Θα δώσω τη σάρκα σου στους Τρόλοκ και θα πάρω τις γυναίκες σου για μένα».

Ο Ραντ μαχόταν με όλη του την ψυχραιμία, όπως πάντα, και εξίσου απελπισμένα. Ο Ξέθωρος ήξερε να κουμαντάρει το σπαθί του. Κι έπειτα ήρθε μια στιγμή που μπόρεσε να καταφέρει ένα χτύπημα ίσια στο σπαθί, όχι απλώς να το αποκρούσει. Μ' ένα σφύριγμα, σαν πάγος που πέφτει σε λιωμένο μέταλλο, η χρυσοκόκκινη λεπίδα θέρισε τη μαύρη. Το επόμενο πλήγμα πήρε το ανόφθαλμο κεφάλι από τους ώμους· το τράνταγμα από το χτύπημα που τσάκισε τα κόκαλα ταξίδεψε στα μπράτσα του. Μελανό αίμα ανάβλυσε από το κολόβωμα του λαιμού. Το πλάσμα, όμως, δεν έπεσε. Σφαδάζοντας στα τυφλά με το σπασμένο σπαθί, η ακέφαλη φιγούρα γυρνούσε ολόγυρα, χτυπώντας τυχαία τον αέρα.

Μόλις το κεφάλι του Ξέθωρου έπεσε και άρχισε να κυλά στο έδαφος, έπεσαν και οι εναπομείναντες Τρόλοκ, ουρλιάζοντας, κλωτσώντας, πιάνοντας τα κεφάλια τους με χέρια όλο χοντρές τρίχες. Ούτε οι Μυρντράαλ εμπιστεύονταν τους Τρόλοκ κι έτσι συχνά συνδέονταν μαζί τους με έναν τρόπο που ο Ραντ δεν καταλάβαινε· απ' ό,τι φαινόταν, έτσι εξασφαλιζόταν η αφοσίωση των Τρόλοκ, αλλά όσοι ήταν συνδεμένοι με ένα Μυρντράαλ, δεν επιζούσαν πολύ μετά το θάνατό του.

Οι Υπερασπιστές που ήταν ακόμα ζωντανοί, λιγότερο από είκοσι άτομα, δεν κάθισαν να περιμένουν. Ανά δύο ή ανά τρεις άρχισαν να καρφώνουν τους Τρόλοκ επανειλημμένως με τα δόρατά τους, ώσπου στο τέλος τα πλάσματα σταμάτησαν να σαλεύουν. Κάποιοι Υπερασπιστές είχαν ρίξει κάτω τον Μυρντράαλ, αυτός όμως σπαρταρούσε άγρια, όσο κι αν τον κάρφωναν. Καθώς οι Τρόλοκ παραδίνονταν στη σιωπή, άρχισαν να ακούγονται τα βογκητά και τα κλάματα κάποιων από τους επιζήσαντες τραυματισμένους ανθρώπους. Υπήρχαν περισσότεροι άνθρωποι σωριασμένοι κάτω, παρά Σκιογέννητοι. Το μαύρο μάρμαρο γλιστρούσε από το αίμα, που ήταν σχεδόν αόρατο πάνω του.

«Αφήστε τον», είπε ο Ραντ στους Υπερασπιστές που πάσχιζαν να αποτελειώσουν τον Μυρντράαλ. «Είναι ήδη νεκρός. Οι Ξέθωροι απλώς δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι πέθαναν». Του το είχε πει ο Λαν κάποτε κι έμοιαζε να έχει περάσει πολύς καιρός από τότε· είχε δει την απόδειξη και πριν από τώρα. «Φροντίστε τους τραυματίες».

Κοίταξαν την ακέφαλη μορφή που σφάδαζε με το σώμα γεμάτο χαίνουσες πληγές, ανατρίχιασαν και έκαναν πίσω, μουρμουρίζοντας κάτι για Καρτέρια. Έτσι έλεγαν τους Ξέθωρους στο Δάκρυ σε ιστορίες για παιδιά. Μερικοί έψαξαν ανάμεσα στους ανθρώπους για να βρουν ποιοι ζούσαν ακόμα, τράβηξαν στην άκρη όσους δεν μπορούσαν να σταθούν και βοήθησαν όσους μπορούσαν να πατήσουν στα πόδια τους. Πολλοί αφέθηκαν εκεί που κείτονταν. Η μόνη ανακούφιση που μπορούσαν να προσφέρουν τώρα ήταν να φτιάξουν ένα βιαστικό επίδεσμο από το ματωμένο πουκάμισο του τραυματία.