Выбрать главу

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, πέρασε πολλή ώρα προτού η ταλαιπωρημένη Ρόντε ανηφορίσει με κόπο προς το σπίτι του Άβι Σένταρ και στείλει ένα περιστέρι μ’ ένα λεπτό κοκάλινο σωληνάκι δεμένο στο πόδι του. Το πουλί πέταξε βορειοανατολικά, ίσια σαν βέλος προς την Ταρ Βάλον. Η Ρόντε το συλλογίστηκε μια στιγμή και μετά ετοίμασε άλλο ένα αντίγραφο σε μια ακόμα λωρίδα από λεπτή περγαμηνή και το έδεσε σε ένα περιστέρι από άλλη φωλιά. Αυτό πέταξε δυτικά, διότι η Ρόντε είχε υποσχεθεί να στέλνει αντίγραφα όλων των μηνυμάτων της. Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, ο καθένας έπρεπε να νοιάζεται για τον εαυτό του, και δεν θα γινόταν δα κανένα κακό, αφού ήταν τέτοιου είδους οι αναφορές που έστελνε στην Νάρενγουιν. Αναρωτήθηκε πότε θα χανόταν η γεύση της διχαλόριζας από το στόμα της και σκέφτηκε ότι δεν θα την πείραζε, αν η αναφορά είχε ως αποτέλεσμα να πάθει κάτι κακό εκείνη που έλεγε πως ονομάζεται Νυνάβε.

Ο Άβι, που τσάπιζε τον κηπάκο του ως συνήθως, δεν έδινε σημασία στο τι έκανε η Ρόντε. Και ως συνήθως, όταν εκείνη έφυγε, αυτός έπλυνε τα χέρια και μπήκε μέσα. Η Ρόντε είχε βάλει ένα φύλλο περγαμηνής κάτω από τις λωρίδες, για να μην σκαλώνει η μύτη της πένας. Όταν το ύψωσε στο απογευματινό φως, ο Άβι μπορούσε να διακρίνει αυτά που είχε γράψει η γυναίκα. Σε λίγο ένα τρίτο περιστέρι πέταξε στον ουρανό, προς διαφορετική κατεύθυνση από τα άλλα δύο.

11

Η Άμαξα με τα Εννιά Άλογα

Ένα πλατύ ψάθινο καπέλο έριχνε σκιά στο πρόσωπο της Σιουάν, καθώς αυτή άφηνε τον Λογκαίν να περάσει πρώτος από την Πύλη Σαϊλήν του Λάγκαρντ κάτω από τον απογευματινό ήλιο. Τα ψηλά γκρίζα τείχη της πόλης ήταν παρατημένα στη μοίρα τους· η Σιουάν έβλεπε δύο σημεία, στα οποία οι πέτρες είχαν καταρρεύσει και το τείχος είχε καταντήσει να είναι μόνο ένας ψηλός φράχτης. Η Μιν και η Ληάνε πλησίαζαν με τ’ άλογά τους το δικό της, κουρασμένες από το ρυθμό που είχε επιβάλει στο ταξίδι τους ο Λογκαίν τις βδομάδες μετά το Κορ Σπρινγκς. Ήθελε να έχει το πάνω χέρι, και δεν είχαν δυσκολευτεί να τον πείσουν ότι το είχε. Τη Σιουάν δεν την πείραζε, αν εκείνος έλεγε πότε να ξεκινήσουν το πρωί, πότε και πού να σταματήσουν για να περάσουν τη νύχτα, αν κρατούσε τα χρήματα, ακόμα κι αν περίμενε όχι μόνο να μαγειρέψουν το φαγητό αλλά και να του το σερβίρουν. Στο τέλος-τέλος, ένιωθε λύπηση γι’ αυτόν. Ο άνθρωπος δεν είχε ιδέα τι του ετοίμαζε. Βάλε μεγάλο ψάρι στο αγκίστρι για να πιάσεις ένα ακόμη μεγαλύτερο, σκέφτηκε με μια βλοσυρή έκφραση.

Το Λάγκαρντ ήταν η κατ’ όνομα πρωτεύουσα του Μουράντυ, έδρα του Βασιλιά Ρέντραν, όμως οι άρχοντες του Μουράντυ μπορεί να έδιναν όρκους υποταγής, αλλά αρνούνταν να πληρώσουν φόρους ή να κάνουν οτιδήποτε επιθυμούσε ο Ρέντραν, το ίδιο και ο λαός. Το Μουράντυ ήταν έθνος μόνο κατ’ όνομα και τους ανθρώπους μόλις που τους κρατούσαν ενωμένους η υποτιθέμενη νομιμοφροσύνη προς το βασιλιά ή τη βασίλισσά τους —ο θρόνος άλλαζε χέρια σε πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα μερικές φορές― και ο φόβος ότι το Άντορ ή το Ίλιαν μπορεί να τους κατάπιναν, αν δεν στέκονταν με κάποιον τρόπο αλληλέγγυοι.

Πέτρινοι τοίχοι διέσχιζαν διασταυρωμένοι την πόλη, οι περισσότεροι σε χειρότερη κατάσταση από τα εξωτερικά τείχη και του προμαχώνες, διότι το Λάγκαρντ είχε μεγαλώσει άτακτα με το πέρασμα των αιώνων και κάποιες φορές οι αντιμαχόμενοι αριστοκράτες το είχαν κυριολεκτικά χωρίσει στα δύο. Ήταν βρώμικη πόλη, πολλοί πλατιοί δρόμοι δεν είχαν πλακοστρωθεί, όλοι ήταν γεμάτοι σκόνη και χώμα. Άνδρες που φορούσαν ψηλά καπέλα και γυναίκες με ποδιές και φουστάνια που αποκάλυπταν τους αστραγάλους τους, απέφευγαν βιαστικά τα εμπορικά καραβάνια που αγκομαχώντας, ενώ παιδιά έπαιζαν στα αυλάκια που άφηναν οι ρόδες από τις άμαξες. Το εμπόριο κρατούσε το Λάγκαρντ ζωντανό, εμπορεύματα από το Ίλιαν και από το Έμπου Νταρ, από τη Γκεάλνταν στα δυτικά και από το Άντορ στο βορρά. Σε μεγάλα άδεια κομμάτια γης σ’ ολόκληρη την πόλη υπήρχαν άμαξες σταθμευμένες με τις ρόδες κολλητά μεταξύ τους· πολλές ήταν βαρυφορτωμένες και σκεπασμένες με μουσαμάδες, άλλες άδειες και περίμεναν φορτίο. Οι κεντρικοί δρόμοι ήταν γεμάτοι πανδοχεία δεξιά κι αριστερά, στάβλους και μάντρες για άλογα, που μαζί σχεδόν ξεπερνούσαν σε αριθμό τα σπίτια από γκρίζα πέτρα και τα καταστήματα, τα οποία είχαν γαλάζια ή κόκκινα ή μωβ ή πράσινα λιθοκέραμα στις στέγες. Ο αέρας ήταν γεμάτος κουρνιαχτό και φασαρία, με κλαγγές από τα σιδεράδικα, μπουμπουνητά από τα κάρα, βλαστήμιες από τους αμαξάδες και τρανταχτά γέλια από τα πανδοχεία. Ο ήλιος έψηνε το Λάγκαρντ, καθώς γλιστρούσε στον ορίζοντα, και ο αέρας ήταν τόσο ξερός, που έλεγες ότι δεν θα έβρεχε ποτέ πια.