Όταν ο Λογκαίν επιτέλους έστριψε σε έναν αυλόγυρο και ξεπέζεψε πίσω από ένα πανδοχείο με πράσινη οροφή, το οποίο λεγόταν Η Άμαξα με τα Εννιά Άλογα, η Σιουάν κατέβηκε με ευγνωμοσύνη από τη σέλα και χάιδεψε αδύναμα τη μύτη της δασύτριχης φοράδας, προσέχοντας τα δόντια της. Κατά τη γνώμη της, δεν ήταν τρόπος αυτός να ταξιδεύεις, καθισμένος στη ράχη ενός ζώου. Το πλοίο πήγαινε όπου έστριβες το δοιάκι· το άλογο μπορεί να αποφάσιζε μόνο του. Επίσης, τα πλοία ποτέ δεν δάγκωναν· η Μπέλα δεν την είχε δαγκώσει μέχρι στιγμής, αλλά θα μπορούσε. Τουλάχιστον είχαν περάσει εκείνες οι πρώτες φριχτές μέρες που ήταν μουδιασμένη ολόκληρη, τότε που ήταν σίγουρη ότι η Ληάνε και η Μιν χαμογελούσαν πίσω από την πλάτη της, καθώς αυτή προχωρούσε κούτσα-κούτσα στο στρατόπεδό τους τα βράδια. Ακόμα και τώρα, έπειτα από μια ολόκληρη μέρα στη σέλα, πάλι ένιωθε σαν να την είχαν σπάσει στο ξύλο, αλλά κατάφερνε να το κρύβει.
Μόλις ο Λογκαίν άρχισε να παζαρεύει με τον σταβλίτη, έναν φακιδιάρη ψηλόλιγνο γέρο με δερμάτινο γιλέκο δίχως πουκάμισο, η Σιουάν σίμωσε τη Ληάνε. «Αν θέλεις να εξασκήσεις τα θέλγητρά σου, εξάσκησε τα στον Ντάλυν για την επόμενη ώρα». Η Ληάνε την κοίταξε με αμφιβολία —είχε δοκιμάσει τα χαμόγελα και τις ματιές της σε μερικά χωριά μετά το Κορ Σπρινγκς, ο Λογκαίν όμως είχε δεχθεί μονάχα μερικά ανέκφραστα βλέμματα― αλλά μετά αναστέναξε και ένευσε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να προχωρά σεινάμενη-κουνάμενη, με εκείνες τις παράξενες λυγερές κινήσεις της, οδηγώντας από το χαλινάρι το γκρίζο άλογό της και χαμογελώντας στον Λογκαίν. Η Σιουάν δεν καταλάβαινε πώς το έκανε· ήταν λες και μερικά κόκαλά της είχαν πάψει να είναι στέρεα.
Πλησίασε τη Μιν και μίλησε πάλι χαμηλόφωνα. «Ευθύς μόλις ξεμπερδέψει ο Ντάλυν με τον σταβλίτη, πες του ότι θα έρθεις να με βρεις μέσα. Μετά τρέξε και μην τον ξαναπλησιάσεις αυτόν ή την Αμάινα μέχρι να επιστρέψω». Η οχλοβοή που ερχόταν από το πανδοχείο έλεγε ότι το πλήθος εκεί μέσα ήταν τόσο μεγάλο που μπορούσε να κρύψει ακόμα και στρατό. Σίγουρα θα ήταν αρκετό για να κρύψει την απουσία μιας γυναίκας. Η Μιν πήρε πάλι το πεισμωμένο ύφος της και άνοιξε το στόμα, δίχως αμφιβολία για να ρωτήσει επιτακτικά γιατί. Η Σιουάν την πρόλαβε. «Κάνε το και μη ρωτάς, Σερένλα. Αλλιώς θα σε βάλω όχι μόνο να του σερβίρεις το πιάτο, αλλά να του καθαρίζεις και τις μπότες». Το πεισματάρικο ύφος δεν χάθηκε, όμως η Μιν ένευσε κατσούφικα.
Η Σιουάν άφησε τα χαλινάρια στα χέρια της άλλης, βγήκε βιαστικά από τη μάντρα και προχώρησε στο δρόμο, προς τη σωστή, όπως έλπιζε, κατεύθυνση. Δεν ήθελε να ψάχνει σ’ ολόκληρη την πόλη, μέσα σ’ αυτή τη ζέστη και τη σκόνη.
Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι βαριές άμαξες που τις έσερναν έξι ή οκτώ ή ακόμα και δέκα άλογα την καθεμιά, και οι αμαξάδες τίναζαν τα μακριά μαστίγιά τους και βλαστημούσαν τόσο τα άλογα όσο και τους ανθρώπους, που χιμούσαν ανάμεσα στις άμαξες. Ανάμεσα στα πλήθη υπήρχαν και κακοντυμένοι άνδρες με μακριά σακάκια αμαξά, οι οποίοι μερικές φορές απηύθυναν γελώντας προσκλήσεις προς τις γυναίκες που τους προσπερνούσαν Οι γυναίκες που φορούσαν πολύχρωμες ποδιές, συχνά ριγέ, με μαντήλες σε φωτεινά χρώματα δεμένες στο κεφάλι, προχωρούσαν με το βλέμμα ίσια μπροστά, κάνοντας πως δεν άκουγαν. Οι γυναίκες που δεν φορούσαν ποδιά, με τα μαλλιά ξέπλεκα να κρέμονται ως τους ώμους, και με φούστες που κάποιες φορές απείχαν τριάντα πόντους ή και περισσότερο από το έδαφος, συχνά απαντούσαν ακόμα πιο χυδαία.
Η Σιουάν τινάχτηκε, όταν συνειδητοποίησε πως κάποιες φράσεις των ανδρών απευθύνονταν προς την ίδια. Δεν ένιωσε θυμό —το μυαλό της δεν χωρούσε το ότι τα έλεγαν γι’ αυτήν― αλλά μονάχα κατάπληξη. Ακόμα δεν είχε συνηθίσει τις αλλαγές που της είχαν συμβεί. Να τη βρίσκουν ελκυστική οι άνδρες... Το βλέμμα της έπεσε στο είδωλό της στη βρώμικη βιτρίνα ενός ράφτη, που έδειχνε το θαμπό καθρέφτισμα μιας κοπέλας με ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα και ψάθινο καπέλο. Ήταν νεαρή· όχι μόνο έδειχνε νεαρή, αλλά ήταν κιόλας, απ’ όσο μπορούσε να δει. Δεν ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη Μιν. Πραγματικά νέα κοπέλα, κρίνοντας από την οπτική γωνία των χρόνων που είχε ζήσει στ’ αλήθεια.
Έχει και τα καλά του το σιγάνεμα, σκέφτηκε. Είχε γνωρίσει γυναίκες που θα πλήρωναν οποιοδήποτε αντίτιμο προκειμένου να ξανανιώσουν δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια· μερικές μάλιστα ίσως θεωρούσαν το τίμημα μεγάλη ευκαιρία. Συχνά έπιανε τον εαυτό της να συλλογίζεται τέτοια πλεονεκτήματα, προσπαθώντας ίσως να πειστεί ότι ήταν αληθινά. Υπήρχε και το ότι μπορούσε να πει ψέματα κατά βούληση, τώρα που είχε απελευθερωθεί από τους Τρεις Όρκους. Ούτε ο ίδιος της ο πατέρας δεν θα την αναγνώριζε. Δεν έδειχνε όπως ήταν ως νεαρή· οι αλλαγές που είχε επιφέρει η ωριμότητα ήταν ακόμη εκεί, αλλά είχαν μαλακώσει και είχαν γίνει νιάτα. Ψυχρά κι αντικειμενικά, κατά τη γνώμη της ήταν κάπως πιο νόστιμη απ’ όσο τότε που ήταν κοπέλα· όχι όμορφη αλλά νόστιμη ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσαν να πουν ποτέ γι’ αυτήν. Γλυκούλα, αυτό ήταν το πιο συνηθισμένο κομπλιμέντο. Δεν μπορούσε να βρει ομοιότητα ανάμεσα σε κείνο το πρόσωπο και στην ίδια, στη Σιουάν Σάντσε. Μόνο μέσα της ήταν ίδια· το μυαλό ακόμα διέθετε όλες τις γνώσεις του. Εκεί, μέσα στο κεφάλι της, ήταν ακόμα ο εαυτός της.