Выбрать главу

Μερικά πανδοχεία και καπηλειά είχαν ονόματα όπως Σφυρί του Πεταλωτή ή Αρκούδα που Χορεύει ή Ασημένιο Γουρούνι, συχνά με φανταχτερές ταμπέλες που είχαν αντίστοιχες ζωγραφιές. Άλλα είχαν ονόματα που κανονικά έπρεπε να απαγορεύονται, και το πιο σεμνό απ’ αυτά ήταν το Φιλί της Ντομανής Καλλονής, που έδειχνε μια γυναίκα με χαλκόχρωμη επιδερμίδα —γυμνή από τη μέση και πάνω!― με τα χείλη ενωμένα για φίλημα. Η Σιουάν αναρωτήθηκε τι γνώμη θα είχε η Ληάνε γι’ αυτό, όμως σε τέτοια κατάσταση που ήταν, μπορεί απλώς να της έμπαιναν ιδέες στο μυαλό.

Τελικά, σ’ έναν κάθετο δρόμο που ήταν πλατύς όσο και ο κεντρικός, λίγο πέρα από ένα άνοιγμα δίχως πύλη σε ένα από τα καταρρέοντα εσωτερικά τείχη, βρήκε το πανδοχείο που έψαχνε, ένα διώροφο κτήριο από τραχιά γκρίζα πέτρα με πορφυρές πλάκες στην οροφή. Η ταμπέλα πάνω από την πόρτα είχε μια γυναίκα με απίστευτες καμπύλες που φορούσε μόνο τα μαλλιά της, βαλμένα έτσι, ώστε να κρύβουν όσο το δυνατόν λιγότερα, καβάλα σ’ ένα ασέλωτο άλογο· μόλις αναγνώρισε το όνομα του πανδοχείου, έστρεψε τα μάτια της αλλού για να μην το ξαναδεί.

Μέσα, ο καπνός από τις πίπες είχε κάνει γαλάζιο τον αέρα της κοινής αίθουσας, η οποία ήταν γεμάτη θορυβώδεις θαμώνες που έπιναν και γελούσαν και προσπαθούσαν να τσιμπήσουν τις σερβιτόρες, οι οποίες τους απέφευγαν όσο μπορούσαν με καρτερικά χαμόγελα. Μέσα στην οχλαγωγία μόλις που ακουγόταν ένα τσίτερ και ένα φλάουτο να συνοδεύουν μια νεαρή που τραγουδούσε και χόρευε πάνω σ’ ένα τραπέζι στην άλλη άκρη της στενόμακρης αίθουσας. Πού και που, η τραγουδίστρια στροβίλιζε τα φουστάνια της τόσο ψηλά που έδειχναν σχεδόν ολόκληρα τα γυμνά πόδια της· από τα λίγα λόγια που έπιασε η Σιουάν από το τραγούδι της, της ήρθε η επιθυμία να πλύνει το στόμα της κοπέλας με σαπούνι. Άραγε, γιατί να ήθελε μια γυναίκα να τριγυρνά χωρίς ρούχα; Γιατί μια γυναίκα να το τραγουδά αυτό σε ένα πλήθος μεθυσμένους ακαμάτες; Δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ της σε τέτοιο μέρος. Θα τελείωνε όσο το δυνατόν συντομότερα την επίσκεψή της.

Ήταν ολοφάνερο ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου, μια ψηλή νταρντάνα με κόκκινο μεταξωτό φόρεμα που σχεδόν έλαμπε· περίτεχνες, βαμμένες μπούκλες —σίγουρα δεν είχε δημιουργήσει η φύση αυτή την απόχρωση του κόκκινου, τουλάχιστον για να συνοδεύει αυτά τα μαύρα μάτια― που πλαισίωναν ένα μυτερό πηγούνι κι ένα σκληρό στόμα. Δίνοντας οδηγίες στις σερβιτόρες, σταματούσε πότε εδώ και πότε εκεί στα τραπέζια και έλεγε λίγα λόγια στους πελάτες της, τους χτυπούσε στην πλάτη, γελούσε μαζί τους.

Η Σιουάν προχώρησε σφιγμένη και προσπάθησε να αγνοήσει τις ματιές με νόημα που της έριχναν οι άνδρες, καθώς πλησίαζε τη γυναίκα με τα πορφυρά μαλλιά. «Κυρά Θέιρν;» Αναγκάστηκε να επαναλάβει τρεις φορές το όνομα, κάθε φορά πιο δυνατά από την προηγούμενη, ώσπου να την κοιτάξει η πανδοχέας. «Κυρά Θέιρν, ψάχνω δουλειά ως τραγουδίστρια. Μπορώ να τραγουδήσω―»

«Μπορείς, ε;» Η μεγαλόσωμη γυναίκα γέλασε. «Έχω τραγουδίστρια, αλλά καλά θα ’ταν να υπάρχει και άλλη για να ξεκουράζεται. Για να δω τα πόδια σου».

«Μπορώ να τραγουδήσω “Το Τραγούδι των Τριών Ψαριών”», είπε δυνατά η Σιουάν. Αυτή πρέπει να ήταν η γυναίκα που έψαχνε. Αποκλείεται να υπήρχε δεύτερη γυναίκα στην πόλη με τέτοια μαλλιά, με το σωστό όνομα στο σωστό πανδοχείο.

Η κυρά Θέιρν γέλασε ακόμα πιο δυνατά και χτύπησε στον ώμο έναν πελάτη στο κοντινότερο τραπέζι, σχεδόν ρίχνοντάς τον από τον πάγκο. «Δεν το πολυζητάνε αυτό το τραγούδι εδώ, ε, Πελ;» Ο Πελ, που του έλειπαν μερικά δόντια και είχε μαστίγιο αμαξά κουλουριασμένο στον ώμο του, κακάρισε μαζί της.

«Μπορώ επίσης να τραγουδήσω το “Αυγή στο Γαλανό Ουρανό”».

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι κι έτριψε τα μάτια της σαν να της είχαν έρθει δάκρυα από τα γέλια. «Μπορείς, ε; Είμαι σίγουρη ότι τα παλικάρια θα ενθουσιαστούν. Για δείξε μου τώρα τα πόδια σου. Τα πόδια σου, κοπέλα μου, ειδάλλως πάρε δρόμο!»

Η Σιουάν κοντοστάθηκε, όμως η κυρά Θέιρν απλώς την κοίταζε. Και την κοίταζαν επίσης αρκετοί άνδρες. Μα αυτή πρέπει να ήταν η σωστή γυναίκα. Σήκωσε αργά το φουστάνι της ως τα γόνατα. Η ψηλή γυναίκα έκανε μια ανυπόμονη χειρονομία. Η Σιουάν, κλείνοντας τα μάτια, μάζεψε κι άλλο το φουστάνι στα χέρια της. Με κάθε πόντο ένιωθε το πρόσωπό της να κοκκινίζει ακόμα περισσότερο.