«Είναι σεμνούλα», χαχάνισε η κυρά Θέιρν. «Αν αυτά είναι όλα τα τραγούδια που ξέρεις, τότε θα πρέπει να έχεις ωραία πόδια για να καταπλήξεις τον πελάτη. Θα πρέπει να της βγάλουμε αυτές τις μάλλινες κάλτσες για να δούμε, ε, Πελ; Έλα μαζί μου. Ίσως να έχεις φωνή, αλλά εδώ δεν μπορώ να την ακούσω. Έλα, κορίτσι μου! Κούνα τον ποπό σου!»
Η Σιουάν άνοιξε διάπλατα τα μάτια της, που πετούσαν φωτιές, όμως η άλλη γυναίκα είχε φύγει και κατευθυνόταν προς το πίσω μέρος της κοινής αίθουσας. Με το κορμί ίσιο σαν σπαθί, η Σιουάν κατέβασε τα φουστάνια της και την ακολούθησε, προσπαθώντας να αγνοήσει τα χαχανητά και τις προστυχιές που της πετούσαν. Το πρόσωπό της ήταν σαν σμιλεμένο σε πέτρα, αλλά μέσα της πάλευαν η ανησυχία με το θυμό.
Προτού ανέλθει στην Έδρα της Άμερλιν, διοικούσε το δίκτυο πληροφοριοδοτών του Γαλάζιου Άτζα· μερικοί ήταν ταυτοχρόνως και δικοί της πληροφοριοδότες, και τότε και μετά. Μπορεί να μην ήταν πια Άμερλιν, ούτε καν Άες Σεντάι, αλλά ακόμα ήξερε όλους εκείνους τους πράκτορες. Όταν η Σιουάν είχε αναλάβει το δίκτυο, η Ντουράντα Θέιρν ήδη υπηρετούσε το Γαλάζιο και οι πληροφορίες της έρχονταν πάντα στην κατάλληλη στιγμή. Δεν έβρισκες παντού πληροφοριοδότες και η αξιοπιστία τους ποίκιλλε —μόνο μία γυναίκα εμπιστευόταν η Σιουάν ανάμεσα στην Ταρ Βάλον και εδώ, στους Τέσσερις Βασιλιάδες του Άντορ, κι η γυναίκα εκείνη είχε εξαφανιστεί― αλλά ήταν τεράστια η ποσότητα των πληροφοριών και των φημών που περνούσαν από το Λάγκαρντ με τα καραβάνια των εμπόρων. Μπορεί να είχαν κι άλλα Άτζα πληροφοριοδότες εδώ· δεν έπρεπε να το ξεχνά. Θύμισε στον εαυτό της το ρητό, Στο μόλο γυρνά μόνο το πλοίο που δεν ξεθαρρεύει.
Αυτή η γυναίκα ταίριαζε απολύτως στην περιγραφή της Ντουράντα Θέιρν, και σίγουρα αποκλειόταν να υπάρχει άλλο πανδοχείο με τόσο χυδαίο όνομα, αλλά γιατί είχε αντιδράσει μ’ αυτόν τον τρόπο όταν η Σιουάν της είχε παρουσιαστεί ως άλλος ένας πράκτορας του Γαλάζιου; Έπρεπε να το ρισκάρει· η Μιν και η Ληάνε, με τον τρόπο τους η καθεμιά, είχαν αρχίσει να ανυπομονούν όπως κι ο Λογκαίν. Μπορεί να γυρνούσαν στο μόλο μόνο τα πλοία που δεν ξεθάρρευαν, αλλά μερικές φορές το αμπάρι γέμιζε, αν έδειχνες τόλμη. Στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσε να ρίξει τη γυναίκα αναίσθητη, χτυπώντας την με κάτι στο κεφάλι, και να το σκάσει από πίσω. Κοίταξε το φάρδος και το ύψος της και τα στιβαρά, χοντρά χέρια της, και ευχήθηκε να τα κατάφερνε, αν χρειαζόταν.
Μια απλή πόρτα, στο διάδρομο που οδηγούσε στην κουζίνα, έβγαζε σε ένα λιτά επιπλωμένο δωμάτιο, μ’ ένα γραφείο και μια καρέκλα σ’ ένα απολειφάδι γαλάζιου χαλιού, ένα μεγάλο καθρέφτη στον τοίχο, και, κάτι παράξενο, ένα κοντό ραφάκι με μερικά βιβλία. Μόλις έκλεισε πίσω τους η πόρτα, μειώνοντας τη φασαρία χωρίς να τη σβήνει εντελώς, η μεγαλόσωμη γυναίκα στράφηκε προς τη Σιουάν με τις γροθιές στηριγμένες στους ψωμωμένους γοφούς της. «Για να δούμε. Τι ζητάς από μένα; Άσε, μην πεις όνομα· δεν θέλω να ξέρω, είτε είναι δικό σου είτε όχι».
Η Σιουάν ένιωσε ένα μέρος της έντασης να υποχωρεί. Όχι και τον θυμό, όμως. «Δεν είχες δικαίωμα να μου φερθείς μ’ αυτόν τον τρόπο εκεί έξω! Τι σ’ έπιασε και με ανάγκασες να―»
«Είχα κάθε δικαίωμα», την έκοψε η κυρά Θέιρν, «και μεγάλη ανάγκη. Αν είχες έρθει με το άνοιγμα ή το κλείσιμο του μαγαζιού, θα σε έφερνα κρυφά εδώ και δεν θα έπαιρνε χαμπάρι κανείς. Δεν καταλαβαίνεις ότι κάποιοι εκεί πέρα θα παραξενεύονταν αν με έβλεπαν να σε συνοδεύω εδώ σαν φίλη από τα παλιά; Δεν μπορώ να έχουν υποψίες για μένα. Τυχερή είσαι που δεν σε ανάγκασα να πάρεις τη θέση της Σούσου στο τραπέζι να πεις ένα-δυο τραγουδάκια. Και πρόσεχε το φέρσιμό σου μπροστά μου». Σήκωσε απειλητικά το πλατύ, σκληρό χέρι της. «Έχω παντρέψει κόρες μεγαλύτερες από σένα κι όταν τις επισκέπτομαι φέρονται και μιλούν καθώς πρέπει. Μην μου το παίζεις κυρά Ψηλομύτα, γιατί θα σου δείξω εγώ. Απ’ έξω δεν θα σε ακούσουν να φωνάζεις, αλλά, και να σε ακούσουν, δεν θα ανακατευτούν». Ένευσε κοφτά, σαν να είχε βάλει τα πράγματα στη θέση τους, και ξανάφερε τις γροθιές στους γοφούς της. «Λοιπόν, τι θέλεις;»
Αρκετές φορές κατά τη διάρκεια αυτού του κατεβατού η Σιουάν είχε προσπαθήσει να μιλήσει, όμως η άλλη την είχε πνίξει σαν παλιρροϊκό κύμα. Δεν ήταν συνηθισμένη σ’ αυτά. Όταν τελείωσε η κυρά Θέιρν, η Σιουάν έβραζε από το θυμό της· και τα δύο χέρια της έσφιγγαν τη φούστα της με άσπρα δάχτυλα. Εξίσου γερά συγκρατούσε τα νεύρα της. Υποτίθεται πως είμαι απλώς άλλη μια πράκτορας, σκέφτηκε με αυτοσυγκράτηση. Όχι πια η Αμερλιν, απλώς άλλη μια πράκτορας. Εκτός αυτού, υποψιαζόταν ότι η άλλη γυναίκα ίσως πραγματοποιούσε την απειλή της. Αυτό ήταν κάτι καινούριο ακόμα, το ότι θα έπρεπε να φυλάγεται από ανθρώπους που ήταν μπροστά της μόνο και μόνο επειδή ήταν πιο μεγαλόσωμοι και πιο δυνατοί.