Выбрать главу

«Μου έδωσαν ένα μήνυμα για να το μεταφέρω στη σύναξη αυτών που υπηρετούμε». Έλπισε ότι η κυρά Θέιρν θα θεωρούσε τη σφιγμένη φωνή της δείγμα ότι την είχε τρομάξει· ίσως να τη βοηθούσε περισσότερο, αν νόμιζε ότι η Σιουάν ήταν φοβισμένη. «Δεν ήταν εκεί που μου είπαν να τις βρω. Ελπίζω να ξέρεις εσύ και να με βοηθήσεις να τις βρω».

Η κυρά Θέιρν σταύρωσε τα χέρια της κάτω από το ογκώδες μπούστο της και την περιεργάστηκε. «Ξέρεις πώς να κρατάς τα νεύρα σου όταν σε βολεύει, ε; Ωραία. Τι συνέβη στον Πύργο; Και μην αρνηθείς ότι έρχεσαι από κει, αλαζονική μου κούκλα του καλού κόσμου. Φωςφανάρι ότι είσαι αγγελιοφόρος με μήνυμα κι εσύ αυτόν τον ξιπασμένο τρόπο δεν τον έμαθες σε χωριό».

Η Σιουάν πήρε μια βαθιά ανάσα προτού απαντήσει. «Η Σιουάν Σάντσε σιγανεύτηκε». Η φωνή της δεν τρεμούλιασε καν· ένιωσε περήφανη γι’ αυτό. «Η Ελάιντα α’Ρόιχαν είναι η καινούρια Άμερλιν». Όμως δεν μπόρεσε να αποφύγει ένα ίχνος τρέμουλου λέγοντάς το αυτό.

Το πρόσωπο της κυράς Θέιρν δεν έδειξε την παραμικρή αντίδραση. «Μάλιστα, έτσι εξηγούνται μερικές εντολές που πήρα. Μερικές απ’ αυτές, ίσως. Τη σιγάνεψαν, ε; Νόμιζα θα είναι Άμερλιν για πάντα. Την είδα μια φορά, πριν από χρόνια, στο Κάεμλυν. Από μακριά. Έδειχνε σκληρή γυναίκα που δεν το βάζει κάτω». Οι απίστευτες εκείνες μπούκλες τινάχτηκαν, καθώς κουνούσε το κεφάλι της. «Ό,τι έγινε έγινε. Τα Άτζα χώρισαν, ε; Μόνο αυτό τα εξηγεί όλα· τις εντολές μου και το ότι σιγάνεψαν τη γριά-καρακάξα. Ο Πύργος έπεσε και οι Γαλάζιες το έβαλαν στα πόδια».

Η Σιουάν έτριξε τα δόντια της. Προσπάθησε να σκεφτεί ότι η άλλη ήταν πιστή στο Γαλάζιο Άτζα, όχι προσωπικά στην ίδια, αλλά αυτό δεν τη βοήθησε. Γριά καρακάξα εγώ; Αυτή εδώ θα μπορούσε να είναι μητέρα μου. Κι αν ήταν η μητέρα μου, θα πήγαινα να πνιγώ. Με αρκετό κόπο, έκανε τη φωνή της να ηχήσει ταπεινή. «Το μήνυμά μου είναι σημαντικό. Πρέπει να συνεχίσω το δρόμο μου όσο το δυνατόν συντομότερα. Μπορείς να με βοηθήσεις;»

«Σημαντικό, λες; Αμφιβάλλω. Το πρόβλημα είναι ότι μπορώ να σου πω κάτι, αλλά θα είναι δική σου δουλειά να το ξεδιαλύνεις. Το θέλεις;» Η γυναίκα δεν έλεγε να τη διευκολύνει, έστω και λίγο.

«Ναι, σε παρακαλώ».

«Σάλι Ντάερα. Δεν ξέρω ποια είναι ή ήταν, αλλά μου είπαν να δώσω το όνομά της σε όποια Γαλάζια ερχόταν μοιάζοντας χαμένη, για να το πω έτσι. Μπορεί εσύ να μην είσαι μια από τις αδελφές, αλλά έχεις τόσο ψηλά τη μύτη σου, που θα μπορούσες να είσαι, ας το μάθεις λοιπόν. Σάλι Ντάερα. Βγάλε άκρη μόνη σου».

Η Σιουάν έπνιξε ένα ρίγος ενθουσιασμού και πήρε αποκαρδιωμένη έκφραση. «Ούτε κι εγώ την έχω ακουστά. Θα πρέπει να συνεχίσω να ψάχνω».

«Αν τις βρεις, πες στην Αλντένε Σεντάι ότι είμαι ακόμα πιστή, ό,τι κι αν συνέβη. Τόσο καιρό δουλεύω για τις Γαλάζιες, που, αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, δεν θα ήξερα τι να κάνω».

«Θα της το πω», είπε η Σιουάν. Δεν ήξερε ότι η Αλντένε ήταν η αντικαταστάτριά της που διοικούσε τους πληροφοριοδότες των Γαλάζιων· η Άμερλιν, απ’ όποιο Άτζα κι αν προερχόταν, ήταν όλων των Άτζα, αλλά δεν ανήκε σε κανένα. «Υποθέτω θα χρειαστείς κάποιο λόγο που δεν με προσέλαβες. Στ’ αλήθεια δεν μπορώ να τραγουδήσω· ίσως αυτό βοηθήσει».

«Λες και θα τους ένοιαζε αυτούς εκεί πέρα». Η μεγαλόσωμη γυναίκα ύψωσε ένα φρύδι και της χαμογέλασε με τρόπο που δεν άρεσε στην Σιουάν. «Κάτι θα σκεφτώ, κούκλα μου. Να σου δώσω και μια συμβουλή. Αν δεν κατεβάσεις λίγο τη μύτη, θα σου την κατεβάσει για τα καλά καμιά Άες Σεντάι. Είναι παράξενο που δεν το έχουν κάνει ήδη. Πήγαινε τώρα. Φύγε από δω».

Σιχαμερή γυναίκα, μούγκρισε από μέσα της η Σιουάν. Αν υπήρχε τρόπος, θα της έβαζα επιτίμιο μέχρι να σκάσει. Η άλλη γυναίκα νόμιζε ότι δικαιούταν περισσότερο σεβασμό, ε; «Σ’ ευχαριστώ για τη βοήθειά σου», είπε ψυχρά, με μια γονυκλισία αντάξια βασιλικής αυλής. «Ήσουν τόσο ευγενική».

Μόλις είχε κάνει τρία βήματα στην κοινή αίθουσα, όταν φάνηκε πίσω της η κυρά Θέιρν, υψώνοντας τη φωνή της με μια γελαστή κραυγή, που ακούστηκε καθαρά μέσα στη φασαρία. «Ντροπαλή παιδούλα μας βγήκε! Πόδια λεπτά και άσπρα που να σας τρέχουν τα σάλια, κι έβαλε τα κλάματα σαν μωρό παιδί μόλις της είπα ότι πρέπει να τα δείχνει! Έκατσε στο πάτωμα και έβαλε τα κλάματα! Γοφοί αρκετά στρογγυλοί, ακόμα και για τον πιο ιδιότροπο πελάτη, κι αυτή...!»

Η Σιουάν σκόνταψε όταν έπεσαν πάνω της τα κύματα των γέλιων, χωρίς να πνίγουν την διήγηση της άλλης. Κατάφερε να κάνει άλλα τρία βήματα, με πρόσωπο κόκκινο σαν παντζάρι, και ύστερα το έβαλε στα πόδια.

Στο δρόμο κοντοστάθηκε για να πάρει μια ανάσα και να πάψει να βροντοκοπά η καρδιά της. Αυτή η απαίσια μέγαιρα! Θα ’πρεπε να την...! Δεν είχε σημασία τι έπρεπε να της κάνει, η αηδιαστική γυναίκα της είχε πει ό,τι χρειαζόταν. Δεν επρόκειτο για τη Σάλι Ντάερα· δεν επρόκειτο καν για γυναίκα. Μόνο μια Γαλάζια θα το ήξερε ή έστω θα το υποψιαζόταν. Ήταν το Σαλιντάρ. Η γενέτειρα της Ντηάνε Άρυμαν, της Γαλάζιας αδελφής που είχε γίνει Αμερλιν μετά την Μπόνχουιν και είχε σώσει τον Πύργο από το χαμό, στον οποίο τον οδηγούσε η Μπόνχουιν. Το Σαλιντάρ. Ένα από τα τελευταία μέρη όπου θα έψαχνε κάποιος να βρει Άες Σεντάι, μαζί με την Αμαδισία.