Выбрать главу

Δυο καβαλάρηδες με χιονόλευκους μανδύες και λαμπερές στιλβωμένες πλεχτές πανοπλίες έρχονταν στο δρόμο προς το μέρος της, παραμερίζοντας απρόθυμα για να περάσουν οι άμαξες. Τέκνα του Φωτός. Αυτές τις μέρες τα έβρισκες παντού. Η Σιουάν έγειρε το κεφάλι, παρακολουθώντας τους επιφυλακτικά κάτω από το γείσο του καπέλου της, και κόλλησε στη γαλαζοπράσινη πρόσοψη του πανδοχείου. Εκείνοι την κοίταξαν περνώντας —σκληρά πρόσωπα κάτω από αστραφτερά κωνικά κράνη― και συνέχισαν το δρόμο τους.

Η Σιουάν δάγκωσε το χείλος της εκνευρισμένη. Μάλλον η ίδια είχε τραβήξει την προσοχή τους κάνοντας πίσω. Και τι θα γινόταν, αν είχαν δει το πρόσωπό της...; Τίποτα, φυσικά. Ίσως οι Λευκομανδίτες προσπαθούσαν να σκοτώσουν μια Άες Σεντάι που είχαν βρει μόνη της, αλλά εκείνη δεν είχε πια πρόσωπο μιας Άες Σεντάι. Μόνο την είχαν δει να προσπαθεί να τους κρυφτεί. Αν δεν την είχε αναστατώσει τόσο η Ντουράντα Θέιρν, η Σιουάν δεν θα είχε κάνει ένα τόσο ανόητο λάθος. Θυμόταν πως κάποτε κάτι ασήμαντο σαν τα σχόλια της κυράς Θέιρν δεν θα την ενοχλούσε καθόλου, πως κάποτε αυτή η παραφουσκωμένη βαμμένη βάναυση δεν θα τολμούσε να πει λέξη. Άμα δεν της αρέσουν οι τρόποι μου αυτής της στρίγγλας, θα... Αυτό που θα έκανε ήταν ότι θα συνέχιζε τη δουλειά της, προτού τη δείρει η κυρά Θέιρν τόσο δυνατά, που δεν θα άντεχε να καθίσει στη σέλα. Μερικές φορές δυσκολευόταν να θυμηθεί ότι είχε περάσει ο καιρός που μπορούσε να καλεί βασιλιάδες και βασίλισσες κι εκείνοι έρχονταν.

Προχωρώντας στο δρόμο, το βλέμμα της ήταν τόσο άγριο, ώστε μερικοί αμαξάδες προτίμησαν να καταπιούν τα σχόλια που ετοιμάζονταν να πουν σε μια ολομόναχη όμορφη νεαρή. Μερικοί.

Η Μιν καθόταν σ’ έναν πάγκο δίπλα στον τοίχο της κοινής αίθουσας της Αμαξας με τα Εννιά Άλογα, που ήταν γεμάτη κόσμο, και παρακολουθούσε ένα τραπέζι κυκλωμένο από όρθιους πελάτες, μερικοί από τους οποίους είχαν μαστίγια αμαξά και άλλοι σπαθιά που έδειχναν ότι ήταν φύλακες εμπόρων. Άλλοι έξι κάθονταν ο ένας κολλητά στον άλλον γύρω από το τραπέζι. Η Μιν μόλις που έβλεπε τον Λογκαίν και τη Ληάνε, οι οποίοι κάθονταν στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού. Εκείνος είχε σμίξει τα φρύδια κατσουφιασμένος· οι άλλοι άνδρες κρέμονταν από το χαμογελαστό στόμα της Ληάνε.

Ο αέρας ήταν πυκνός από τα σύννεφα καπνού από τις πίπες και αντηχούσαν γέλια και ομιλίες, που σχεδόν έπνιγαν τη μουσική από το φλάουτο και το τύμπανο και το τραγούδι μιας κοπέλας, η οποία χόρευε σ’ ένα τραπέζι ανάμεσα στα πέτρινα τζάκια. Το τραγούδι της μιλούσε για μια γυναίκα που είχε πείσει έξι άνδρες ότι ο καθένας ήταν μοναδικός στη ζωή της· η Μιν το βρήκε ενδιαφέρον, ακόμα κι όταν την έκανε να κοκκινίζει. Η τραγουδίστρια πού και πού έριχνε ζηλόφθονες ματιές στο γεμάτο τραπέζι. Ή μάλλον στη Ληάνε.

Η ψηλή Ντομανή ήδη έσερνε τον Λογκαίν από τη μύτη όταν μπήκαν στο πανδοχείο και είχε τραβήξει άνδρες σαν μύγες στο μέλι με κείνο το λικνιστό περπάτημά της και το φλογερό φως των ματιών της. Παραλίγο θα είχε ξεσπάσει μάχη, ο Λογκαίν και οι φύλακες των εμπόρων είχαν βάλει τα χέρια στα σπαθιά, κάποιοι είχαν τραβήξει μαχαίρια και ο γεροδεμένος ιδιοκτήτης του πανδοχείου με δύο θηριώδεις βοηθούς είχαν έρθει τρέχοντας και κρατώντας ρόπαλα. Και η Ληάνε είχε σβήσει τις φλόγες, όπως ακριβώς τις είχε ανάψει, μ’ ένα χαμόγελο εδώ, μερικά λογάκια εκεί, ένα χάδι στο μάγουλο. Ακόμα και ο πανδοχέας είχε μείνει εκεί λιγάκι, χαμογελώντας σαν χαζός, ώσπου τον ξαναζήτησε η πελατεία του. Και η Ληάνε νόμιζε ότι ήθελε εξάσκηση, Δεν ήταν δίκαιο.

Θα ήμουν ικανοποιημένη και με το παραπάνω, αν μπορούσα να το κάνω αυτό σ’ έναν συγκεκριμένο άνδρα. Μήπως άραγε μπορεί η Ληάνε να μου κάνει μάθημα ― μα τι σκέφτομαι, Φως μου; Η Μιν ήταν πάντα ο εαυτός της, και άφηνε τους άλλους να τη δεχθούν ή να μην τη δεχθούν γι’ αυτό που ήταν. Και να που τώρα σκεφτόταν να αλλάξει για χατίρι ενός άνδρα. Λες και δεν έφτανε που ήταν αναγκασμένη να κρύβεται μέσα σε φόρεμα, αντί να φορά το σακάκι και το φαρδύ παντελόνι όπως συνήθιζε. Θα σε κοίταζε, αν έβαζες φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ. Έχεις πιο πολλά να δείξεις απ’ όσα η Ληάνε και ― Πάψε πια!

«Πρέπει να πάμε νότια», είπε η Σιουάν δίπλα της και η Μιν τινάχτηκε. Δεν την είχε δει να μπαίνει. «Τώρα». Η λάμψη των γαλανών ματιών της Σιουάν έδειχνε ότι κάτι είχε μάθει. Αν θα της το έλεγε, αυτό ήταν άλλο θέμα. Η Σιουάν συνήθως έμοιαζε να νομίζει πως ήταν ακόμα Άμερλιν.