«Δεν θα προλάβουμε να φτάσουμε σε άλλο μέρος με πανδοχείο προτού πέσει η νύχτα», είπε η Μιν. «Θα ’ταν προτιμότερο να κλείσουμε δωμάτια εδώ για να μείνουμε απόψε». Θα ήταν ωραίο να ξανακοιμόταν σε κρεβάτι και όχι κάτω από βατουλιές και θημωνιές, έστω κι αν θα έπρεπε να το μοιραστεί με τη Ληάνε και τη Σιουάν. Ο Λογκαίν δεν θα είχε αντίρρηση να νοικιάσει δωμάτια για όλους, όμως η Σιουάν ήταν φειδωλή στα έξοδά της, παρ’ όλο που ο Λογκαίν ξόδευε αμέριμνα.
Η Σιουάν κοίταξε ολόγυρα, όμως όσοι πελάτες δεν κοίταζαν τη Ληάνε, άκουγαν την τραγουδίστρια. «Δεν γίνεται. Νομίζω ― νομίζω ότι κάποιοι Λευκομανδίτες κάνουν ερωτήσεις για μένα».
Η Μιν σφύριξε χαμηλόφωνα. «Ο Ντάλυν θα τσατιστεί όταν το μάθει».
«Τότε μην του το πεις». Η Σιουάν κούνησε το κεφάλι, βλέποντας το πλήθος γύρω από τη Ληάνε. «Μόνο πες στην Αμάινα ότι πρέπει να φύγουμε. Ο Ντάλυν θα μας ακολουθήσει. Ας ελπίσουμε μόνο να μην ακολουθήσουν και οι άλλοι».
Η Μιν χαμογέλασε σαρκαστικά. Μπορεί η Σιουάν να ισχυριζόταν ότι δεν την ένοιαζε που ο Λογκαίν —ο Ντάλυν― είχε αναλάβει τα ηνία, με τον απλό τρόπο του να την αγνοεί όταν του έδινε οδηγίες, όμως ήταν ακόμα αποφασισμένη να τον δαμάσει ξανά.
«Τι θα πει άμαξα με εννιά άλογα τέλος πάντων;» ρώτησε, ενώ σηκωνόταν όρθια. Είχε βγει μπροστά να δει, ελπίζοντας ότι κάτι θα καταλάβαινε, όμως η ταμπέλα πάνω από την πόρτα είχε μόνο το όνομα. «Έχω δει με οκτώ και με δέκα, αλλά ποτέ με εννιά».
«Σ’ αυτήν την πόλη», είπε σεμνότυφα η Σιουάν, «είναι φρονιμότερο να μην ρωτάς». Η ξαφνική κοκκινίλα που έβαψε τα μάγουλά της, έκαναν τη Μιν να σκεφτεί ότι ήξερε πολύ καλά. «Τρέχα να τους φέρεις. Ο δρόμος μας θα είναι μακρύς και δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Και πρόσεξε μην σ’ ακούσει κανείς».
Η Μιν ξεφύσηξε. Με εκείνο το χαμογελάκι στο πρόσωπο της Ληάνε, η ίδια θα περνούσε απαρατήρητη απ’ αυτούς τους άνδρες. Μακάρι να ’ξερε πώς είχε τραβήξει η Σιουάν την προσοχή των Λευκομανδιτών. Ήταν το μόνο που δεν ήθελαν, και η Σιουάν συνήθως δεν έκανε τέτοια λάθη. Μακάρι να ήξερε πώς να κάνει τον Ραντ να την κοιτάξει όπως οι άνδρες χάζευαν τη Ληάνε. Αν ήταν να ταξιδεύουν όλη τη νύχτα —όπως υποπτευόταν πως θα συνέβαινε― τότε ίσως η Ληάνε να είχε διάθεση να της πει μερικά μυστικά.
12
Μια Παλιά Πίπα
Μια σπιλιάδα του ανέμου που γέμισε στροβίλους σκόνης το Λαγκαρντινό δρομάκι, χτύπησε το βελούδινο καπέλο του Γκάρεθ Μπράυν, ρίχνοντας το κάτω από μια άμαξα που προχωρούσε βαρυφορτωμένη. Μια ρόδα με σιδερένιο τσέρκι το έλιωσε στον σκληρό πηλό του δρόμου, αφήνοντας ένα πατημένο κουρελάκι πίσω της. Εκείνος για μια στιγμή έμεινε να το κοιτάζει, κι ύστερα συνέχισε το δρόμο του. Στο κάτω-κάτω είχε γεμίσει λεκέδες στο ταξίδι, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του. Το μεταξωτό σακάκι του είχε γεμίσει σκόνη πολύ προτού φτάσει στο Μουράντυ· το ξεσκόνιζε και δεν άλλαζε τίποτα, όταν θυμόταν να κάνει τον κόπο. Τώρα το χρώμα του πλησίαζε στο καφέ παρά στο αρχικό γκρίζο. Θα ’πρεπε να βρει κάτι πιο απλό. Δεν πήγαινε σε χορό δα.
Κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα στις άμαξες που αγκομαχούσαν στο γεμάτο αυλακιές δρόμο, αγνόησε τις βλαστήμιες, με τις οποίες τον περιέλουσαν οι αμαξάδες —ένας καλός στρατιώτης θα έβρισκε καλύτερες, ακόμα και μισοκοιμισμένος― και τρύπωσε σε ένα πανδοχείο με κόκκινη στέγη που λεγόταν Το Κάθισμα της Άμαξας. Η ζωγραφιά στην ταμπέλα έδινε συγκεκριμένο νόημα στο όνομα.
Η κοινή αίθουσα ήταν σαν κάθε άλλη κοινή αίθουσα που είχε δει στο Λάγκαρντ, γεμάτη αμαξάδες και φύλακες εμπόρων πλάι σε σταβλίτες, πεταλωτές, εργάτες, κόσμο κάθε λογής που μιλούσαν και γελούσαν όσο πιο δυνατά μπορούσαν, ενώ έπιναν όσο πιο πολύ μπορούσαν, με το ένα χέρι να κρατά το κύπελλο και το άλλο έτοιμο να χάϊδέψει τις σερβιτόρες. Η αλήθεια ήταν πως δεν διέφερε πολύ από τις άλλες κοινές αίθουσες και τα καπηλειά πολλών άλλων πόλεων, αν και συνήθως τα άλλα ήταν πιο ήσυχα. Μια τροφαντούλα νεαρή, με μπλούζα που κινδύνευε να διαλυθεί, χόρευε άτσαλα και τραγουδούσε ανεβασμένη σ’ ένα τραπέζι σε μια πλευρά του δωματίου, με την υποτιθέμενη μουσική υπόκρουση δύο φλάουτων κι ενός δωδεκάχορδου μπίτερν.
Ο Γκάρεθ δεν είχε μουσικό αυτί, αλλά κοντοστάθηκε μια στιγμή για να χαρεί το τραγούδι της· από την εμπειρία του, θα την καλοδέχονταν σε οποιοδήποτε στρατόπεδο. Αλλά βέβαια θα την καλοδέχονταν, ακόμα κι αν δεν μπορούσε να τραγουδήσει ούτε νότα. Με τέτοια μπλούζα που φορούσε, δεν θα αργούσε να δεχθεί πρόταση γάμου.
Ο Τζόνι και ο Μπάριμ βρίσκονταν ήδη εκεί και ο όγκος του Τζόνι είχε βοηθήσει να βρουν τραπέζι μόνο γι’ αυτούς, παρά τα αραιά μαλλιά του και τον επίδεσμο που φορούσε ακόμα γύρω από τους κροτάφους του. Άκουγαν την κοπέλα που τραγουδούσε. Ή τουλάχιστον την χάζευαν, Ο Γκάρεθ τους άγγιξε στον ώμο και τους έκανε νόημα προς μια πλαϊνή πόρτα που έβγαζε στη μάντρα του στάβλου, όπου ένας κατσούφης, αλλήθωρος ιπποκόμος τούς έφερε τα άλογά τους για τρεις ασημένιες πέννες. Πριν από ένα χρόνο, τόσα θα είχε δώσει ο Μπράυν για να αγοράσει ένα καλό άλογο. Οι φασαρίες στα δυτικά και στην Καιρχίν είχαν φέρει τα πάνω-κάτω στο εμπόριο και τις τιμές.