Κανένας δεν μίλησε, παρά μόνο όταν πέρασαν τις πύλες της πόλης και βγήκαν σε έναν δρόμο σπάνια πατημένο από ταξιδιώτες, σε έναν πλατύ χωματόδρομο, ο οποίος προχωρούσε στριφογυριστά προς το βορρά με κατεύθυνση τον ποταμό Στορν. Τότε ο Μπάριμ είπε, «Ήταν εδώ χθες, Άρχοντά μου».
Ο Μπράυν το είχε μάθει κι αυτός. Τρεις όμορφες νεαρές, παρέα, που φως-φανάρι έρχονταν από άλλα μέρη, δεν μπορούσαν να περάσουν από μια πόλη σαν το Λάγκαρντ χωρίς να προκαλέσουν σχόλια. Από τους άνδρες, τουλάχιστον.
«Κι αυτές κι ένας τύπος με φαρδιές πλάτες», συνέχισε ο Μπάριμ. «Φαίνεται ότι μάλλον ήταν μαζί τους ο Ντάλυν όταν έκαψαν το στάβλο του Νεμ. Εν πάση περιπτώσει, όποιος κι αν ήταν αυτός, όλοι μαζί κάθισαν για λίγο στην Άμαξα με τα Εννιά Άλογα, εκεί όμως μόνο ήπιαν λιγάκι και έφυγαν. Η Ντομανή, που μου ’λεγαν γι’ αυτήν τα παιδιά, παραλίγο θα προκαλούσε καυγά έτσι που χαμογελούσε και σειόταν και λυγιόταν, αλλά ύστερα τους καλμάρισε όλους με τον ίδιο τρόπο. Που να καώ, θα ’θελα να γνωρίσω καμιά Ντομανή».
«Έμαθες προς τα πού πήγαν, Μπάριμ;» ρώτησε υπομονετικά ο Μπράυν. Δεν είχε μπορέσει να το ανακαλύψει.
«Ε, όχι, Άρχοντά μου. Αλλά άκουσα ότι υπάρχουν πολλοί Λευκομανδίτες που περνούν από την πόλη και κατευθύνονται όλοι προς τα δυτικά. Λες να μαγειρεύει τίποτα ο γερο-Πέντρον Νάιαλ; Ίσως στην Αλτάρα;»
«Δεν είναι πια δική μας δουλειά, Μπάριμ». Ο Μπράυν κατάλαβε ότι είχε αφήσει να φανεί πως η υπομονή του στέρευε, αλλά ο Μπάριμ είχε λάβει μέρος σε πολλές εκστρατείες και δεν έπρεπε να λοξοδρομούν τα λόγια του.
«Ξέρω πού πήγαν, Άρχοντά μου», είπε ο Τζόνι. «Δυτικά, στο Δρόμο της Τζεχάνα, και απ’ ό,τι έμαθα, κάνουν όσο πιο γρήγορα μπορούν». Φαινόταν προβληματισμένος. «Άρχοντά μου, βρήκα δύο φύλακες εμπόρων, παλικαράκια που κάποτε ήταν στη Φρουρά, και ήπιαμε ένα ποτηράκι παρέα. Έτυχε να κάθονται σε ένα καταγώγι με τ’ όνομα Καβάλα όταν μπήκε μέσα εκείνη η κοπέλα, η Μάρα, και ζήτησε για δουλειά να τραγουδάει. Δεν βρήκε δουλειά —δεν ήθελε να δείχνει τα πόδια της, όπως κάνουν οι τραγουδίστριες σε πολλά απ’ αυτά τα μέρη, και πες μου, μπορείς να την κατηγορήσεις;― και έφυγε. Απ’ ό,τι μου είπε ο Μπάριμ, ακριβώς μετά σηκώθηκαν κι έφυγαν προς τα δυτικά. Κάτι δεν μου αρέσει εδώ, Άρχοντά μου. Δεν είναι κοπέλα από κείνες που θα ήθελαν δουλειά σε τέτοια μέρη. Νομίζω ότι προσπαθεί να ξεφύγει από τον Ντάλυν».
Το παράξενο ήταν που ο Τζόνι, παρά το καρούμπαλό του, δεν κρατούσε κακία στις τρεις νεαρές. Κατά τη γνώμη του, όπως την είχε εκφράσει πολλές φορές μετά την αναχώρησή τους από το μέγαρο, οι κοπέλες είχαν κάποια μπλεξίματα και χρειάζονταν σωτηρία. Ο Μπράυν υποψιαζόταν ότι, αν έπιανε τις νεαρές και τις γυρνούσε στο κτήμα του, ο Τζόνι θα του ζητούσε να τις παραδώσει στις κόρες του Τζόνι για να τις νταντέψουν.
Ο Μπάριμ δεν ένιωθε το ίδιο. «Στην Γκεάλνταν». Κατσούφιασε. «Ή ίσως στην Αλτάρα ή στην Αμαδισία. Πιο εύκολα θα φιλήσουμε τον Σκοτεινό παρά θα τις φέρουμε πίσω, Μου φαίνεται παραείναι κόπος για ένα στάβλο και μερικές γελάδες».
Ο Μπράυν δεν είπε τίποτα. Είχαν κάνει τόσο δρόμο ακολουθώντας την κοπέλα, και το Μουράντυ ήταν άσχημο μέρος για Αντορίτες· πολλά χρόνια τώρα είχαν συνοριακές διαφορές. Μόνο ένας βλάκας θα έμπαινε στο Μουράντυ για τα μάτια μιας επίορκης. Κι ένας πολύ μεγάλος βλάκας θα την ακολουθούσε στον μισό κόσμο παραπέρα.
«Τα παλικάρια που βρήκα», είπε ταπεινά ο Τζόνι. «Άρχοντά μου, φαίνεται ότι πολλούς από τα παιδιά που ― που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές σου, τώρα τους διώχνουν». Πήρε θάρρος από τη σιωπή του Μπράυν και συνέχισε. «Πολλοί νεαροί έχουν έρθει τώρα. Πολλοί. Τα παλικάρια που σου λέω, είπαν ότι μπαίνουν τέσσερις-πέντε για καθέναν από τους παλιούς που λένε ότι δεν χρειάζονται πια. Νεαροί από κείνους που τους αρέσει να κάνουν φασαρία παρά να τη σταματάνε. Μερικοί αυτοαποκαλούνται Λευκά Λιοντάρια και υπακούουν μόνο στον Γκάεμπριλ» —έφτυσε για να δείξει τι γνώμη είχε γι’ αυτόν― «και σε μερικούς που δεν είναι τμήμα της Φρουράς. Δεν είναι στρατολογημένοι από τον Οίκο. Απ’ όσο ήξεραν, οι ένοπλοι που έχει στη διάθεσή του ο Γκάεμπριλ είναι δεκαπλάσιοι από τους Φρουρούς, και όλοι έχουν ορκιστεί στο θρόνο του Άντορ, όχι όμως και στη Βασίλισσα».