«Ούτε κι αυτό είναι δική μας δουλειά τώρα πια», είπε απότομα ο Μπράυν. Ο Μπάριμ έσπρωχνε τη γλώσσα στο μάγουλο του, όπως έκανε πάντα όταν ήξερε κάτι που δεν ήθελε να το πει ή δεν ήταν σίγουρος αν ήταν σημαντικό. «Τι είναι, Μπάριμ; Άντε, πες το, άνθρωπέ μου».
Ο Μπάριμ, με το πρόσωπο φαγωμένο από τον καιρό, τον κοίταξε κατάπληκτος. Δεν είχε καταλάβει ποτέ του πώς ο Μπράυν ήξερε πότε είχε κάτι άλλο στο νου. «Να, Άρχοντά μου, μερικοί που μίλησα είπαν ότι χθες μερικοί Λευκομανδίτες έκαναν ερωτήσεις. Για μια κοπέλα που μοιάζει να είναι αυτή η Μάρα. Ήθελαν να μάθουν ποια είναι, πού πήγε. Έτσι ακριβώς. Άκουσα ότι άναψε η περιέργειά τους, όταν έμαθαν ότι είχε φύγει. Αν την κυνηγούν, τότε μπορεί να την κρεμάσουν προτού καν τη βρούμε. Αν την κυνηγήσουν, μπορεί να μη σταθούν για να βρουν αν είναι ή δεν είναι Σκοτεινόφιλη. Αν είναι αυτός ο λόγος που την ψάχνουν».
Ο Μπράυν έσμιξε τα φρύδια. Λευκομανδίτες; Τι μπορεί να ήθελαν τα Τέκνα του Φωτός από τη Μάρα; Δεν θα πίστευε ποτέ του ότι ήταν Σκοτεινόφιλη. Αλλά βέβαια είχε δει κάποτε στο Κάεμλυν να κρεμούν έναν νεαρό με μωρουδίστικο πρόσωπο, ένα Σκοτεινόφιλο που δίδασκε παιδιά στους δρόμους για τη δόξα του Σκοτεινού ― του Μεγάλου Άρχοντα του Σκότους, όπως τον αποκαλούσε. Το παλικάρι είχε σκοτώσει εννιά παιδιά μέσα σε τρία χρόνια, απ’ όσο είχαν ανακαλύψει, όταν κάποια απ’ αυτά υπήρχε κίνδυνος να τον καταδώσουν. Όχι. Αυτή η κοπέλα δεν είναι Σκοτεινόφιλη, βάζω στοίχημα τη ζωή μου γι’ αυτό. Οι Λευκομανδίτες υποψιάζονταν τους πάντες και τα πάντα. Κι αν νόμιζαν ότι το είχε σκάσει από το Λάγκαρντ για να τους αποφύγει...
Έβαλε τον Ταξιδιώτη να καλπάσει. Το ρούσο μουνούχι με τη μεγάλη μύτη μπορεί να μην ήταν όμορφο ζώο, αλλά είχε αντοχή και κουράγιο. Οι άλλοι δύο τους πρόφτασαν σε λίγο και δεν άνοιξαν το στόμα τους, βλέποντας τη διάθεσή του.
Δύο μίλια έξω από το Λάγκαρντ, έστριψε σ’ ένα σύδενδρο από βελανιδιές και χαμαιδάφνες. Εκεί είχαν στήσει προσωρινό στρατόπεδο οι άνδρες του σε ένα ξέφωτο κάτω από τα χοντρά, απλωμένα κλωνιά των βελανιδιών. Είχαν ανάψει μερικές μικρές φωτιές που δεν έβγαζαν καπνό· δεν έχαναν ποτέ ευκαιρία να βράσουν λίγο τσάι. Μερικοί λαγοκοιμούνταν· ο ύπνος ήταν άλλο ένα από τα πράγματα που έκαναν οι παλιοί στρατιώτες όταν είχαν την ευκαιρία.
Όσοι ήταν ξύπνιοι κλώτσησαν τους υπόλοιπους να τους ξυπνήσουν, κι όλοι σήκωσαν το βλέμμα πάνω του. Αυτός για μια στιγμή κάθισε στη σέλα και τους περιεργάστηκε. Γκρίζα μαλλιά, φαλακρά κεφάλια, πρόσωπα ρυτιδιασμένα από τα χρόνια. Ήταν ακόμα σκληροί και γυμνασμένοι, αλλά έστω κι έτσι... Ήταν βλάκας που είχε ρισκάρει να τους φέρει στο Μουράντυ μόνο και μόνο επειδή ήθελε να μάθει γιατί μια γυναίκα είχε καταπατήσει τον όρκο της. Και τώρα ίσως να είχαν Λευκομανδίτες στο κατόπι τους. Δεν ήξερε πόσο δρόμο θα έκαναν ακόμα και πόσο μακριά θα βρίσκονταν από την πατρίδα μόλις τελείωναν όλα. Αν γυρνούσαν πίσω τώρα, θα έλειπαν συνολικά ένα μήνα όταν ξανάβλεπαν το Κορ Σπρινγκς. Αν συνέχιζαν, δεν υπήρχε εγγύηση ότι δεν θα έφταναν ακόμα και στον Ωκεανό Άρυθ καταδιώκοντάς τις. Έπρεπε κανονικά να τους πάρει και να γυρίσουν όλοι σπίτι. Έπρεπε. Δεν είχε δικαίωμα να τους ζητήσει να αρπάξουν αυτά τα κορίτσια από τα χέρια των Λευκομανδιτών. Θα μπορούσε να αφήσει τη Μάρα στη δικαιοσύνη των Λευκομανδιτών.
«Θα κατευθυνθούμε δυτικά», ανακοίνωσε και αμέσως οι άλλοι έπιασαν να σβήσουν τις φωτιές με το τσάι και να δέσουν τα κατσαρολικά στις σέλες. «Θα πρέπει να κάνουμε γρήγορα. Θέλω να τις προλάβω στην Αλτάρα, αν μπορέσω, αλλά, αν όχι, δεν ξέρει κανείς πού θα μας οδηγήσουν. Ίσως φτάσουμε να δούμε την Τζεχάνα ή το Αμαντορ ή το Έμπου Νταρ». Αφησε ένα γέλιο να βγει. «Εκεί θα δείτε πόσο σκληροί είστε, αν φτάσουμε στο Έμπου Νταρ. Υπάρχουν καπηλειά όπου οι σερβιτόρες γδέρνουν Ιλιανούς για το κέφι τους και σουβλίζουν Λευκομανδίτες για να γυμναστούν».
Οι άνδρες του γέλασαν πιο δυνατά απ’ όσο άξιζε το αστείο.
«Με σένα μαζί δεν υπάρχει ανησυχία, Άρχοντά μου», χαχάνισε ο Ταντ, ενώ έχωνε το μεταλλικό κύπελλό του στο σακίδιο της σέλας. Το πρόσωπό του ήταν ρυτιδιασμένο σαν τσαλακωμένο πετσί. «Ακουσα ότι τα είχες βάλει μια φορά με την ίδια την Αμερλιν, και―» Ο Τζαρ Σίλβιν τον κλώτσησε στον αστράγαλο κι αυτός γύρισε προς τον νεότερο άνδρα —ήταν γκριζομάλλης μεν, αλλά νεότερος πάντως― με τη γροθιά σφιγμένη. «Γιατί το έκανες αυτό, Σίλβιν; Άμα θες να σου σπάσω το κεφάλι, πες το και ― τι;» Τότε επιτέλους κατάλαβε τα βλέμματα με νόημα που του έριχναν ο Σίλβιν και μερικοί άλλοι. «Α. Α, ναι». Έκανε ότι έσφιγγε τις ίγγλες της σέλας του, όμως τώρα τα γέλια όλων είχαν κοπεί.