Ο Μπράυν προσπάθησε να χαλαρώσει τη σκληρή έκφραση του προσώπου του. Ήταν καιρός πια να ξεχάσει το παρελθόν. Το ότι μια γυναίκα, της οποίας το κρεβάτι είχε μοιραστεί —κι όχι μόνο το κρεβάτι, έτσι νόμιζε― το ότι λοιπόν αυτή η γυναίκα τον κοίταζε σαν να μην τον ήξερε ποτέ της, δεν ήταν λόγος να πάψει να λέει το όνομά της. Το ότι τον είχε εξορίσει από το Κάεμλυν, επί ποινή θανάτου, επειδή της είχε δώσει τη συμβουλή που επέβαλλε ο όρκος του να της δώσει... Αν δεχόταν στο πλευρό της εκείνον τον Άρχοντα Γκάεμπριλ που είχε εμφανιστεί από το πουθενά στο Κάεμλυν, δεν ήταν κάτι που τον αφορούσε. Του είχε πει, με φωνή ουδέτερη και κρύα σαν πάγος, ότι δεν θα ανέφεραν ποτέ ξανά το όνομά του στο παλάτι, ότι μονάχα η μακρά θητεία του την εμπόδιζε να τον στείλει στο δήμιο για προδοσία. Προδοσία! Έπρεπε να τους ανυψώσει το ηθικό, ειδικά αν αυτό το ταξίδι κατέληγε να γίνει μια μακρά καταδίωξη.
Δίπλωσε το γόνατό του γύρω από την πλάτη της σέλας του, έβγαλε την πίπα του και άρχισε να τη γεμίζει από την ταμπακοσακούλα του. Στο κοίλωμά της ήταν σκαλισμένος ένας άγριος ταύρος με το Ρόδινο Στέμμα του Άντορ στο κολάρο. Επί χίλια χρόνια ήταν το έμβλημα του Οίκου Μπράυν, δύναμη και κουράγιο στην υπηρεσία ης βασίλισσας. Ήθελε καινούρια πίπα· αυτή ήταν παλιά.
«Η κατάληξη για μένα δεν ήταν τόσο καλή όσο πρέπει να σου είπαν». Έσκυψε, για να του δώσουν από μια σβησμένη φωτιά ένα κλαράκι που ακόμα είχε κάρβουνο στην άκρη, και σηκώθηκε για να ανάψει την πίπα του. «Αυτά έγιναν τρία χρόνια πριν. Η Αμερλιν έκανε περιοδεία. Καιρχίν, Δάκρυ, Ίλιαν, και θα κατέληγε στο Κάεμλυν, προτού επιστρέψει στην Ταρ Βάλον. Τον καιρό εκείνο είχαμε προβλήματα με τους άρχοντες της μεθορίου του Μουράντυ ― όπως συνήθως». Ακούστηκαν γέλια· όλοι κάποια στιγμή της θητείας τους είχαν υπηρετήσει στα Μουραντιανά σύνορα. «Είχα στείλει μερικούς Φρουρούς να εξηγήσουν στους Μουραντιανούς ποιών ήταν τα πρόβατα και τα γελάδια από τη δική μας μεριά των συνόρων. Δεν περίμενα να ενδιαφερθεί η Άμερλιν». Είχε τραβήξει την προσοχή τους· συνέχιζαν τις προετοιμασίες για αναχώρηση, αλλά πιο αργά.
«Η Σιουάν Σάντσε και η Ελάιντα κλείστηκαν μαζί με τη Μοργκέις―» Να· είχε ξαναπεί το όνομά της και δεν τον έτσουζε. «-κι όταν ξαναβγήκαν, η Μοργκέις ήταν η μισή μαύρο σύννεφο, με κεραυνούς να πετάγονται από τα μάτια της, και η μισή δεκάχρονο κοριτσάκι που την έχει δείρει η μητέρα της, επειδή έκλεψε μελόπιτες. Είναι σκληρή γυναίκα, αλλά έτσι που τη στρίμωξαν μαζί η Ελάιντα και η Έδρα της Άμερλιν...» Κούνησε το κεφάλι και οι άλλοι γέλασαν πνιχτά· το μόνο που δεν ζήλευαν σε άρχοντες και κυβερνήτες ήταν ότι τραβούσαν την προσοχή των Άες Σεντάι. «Με διέταξε να αποσύρω αμέσως όλα τα στρατεύματα από τα σύνορα με το Μουράντυ. Της ζήτησα να το συζητήσουμε κατ’ ιδίαν, και η Σιουάν Σάντσε όρμηξε πάνω μου. Μπροστά σ’ ολόκληρη την αυλή, μου τα έψαλε για τα καλά, λες και ήμουν κανένα στραβάδι στο στρατόπεδο. Είπε ότι αν δεν έκανα αυτό που είχε πει, θα με έπιανε να με κάνει δόλωμα». Στο τέλος είχε αναγκαστεί να ικετέψει τη συγγνώμη της —μπροστά σε όλους, επειδή ήθελε να κάνει αυτό που είχε ορκιστεί να κάνει― αλλά τώρα δεν είπε αυτό το κομμάτι της ιστορίας στους άνδρες του. Ακόμα και έτσι, ο Μπράυν είχε πιστέψει ότι η Άμερλιν θα ζητούσε από τη Μοργκέις να τον αποκεφαλίσει ή ίσως ακόμα και να το έκανε η ίδια μόνη της.
«Θα ’θελε να πιάσει καμιά μεγάλη ψαρούκλα», είπε γελώντας κάποιος και οι άλλοι τον μιμήθηκαν.
«Η κατάληξη ήταν», συνέχισε ο Μπράυν, «ότι εμένα με ξήλωσαν και τους Φρουρούς τους διέταξαν να γυρίσουν από τα σύνορα. Γι’ αυτό, αν μου ζητήσετε να σας προστατεύσω στο Έμπου Νταρ, θυμηθείτε ότι κατά τη γνώμη μου εκείνες οι σερβιτόρες μπορούν να κάνουν την Άμερλιν τ’ αλατιού όπως κι εμάς». Οι άνδρες γέλασαν τρανταχτά.
«Έμαθες ποτέ τι είχε γίνει, Άρχοντά μου;» θέλησε να μάθει ο Τζόνι.
Ο Μπράυν κούνησε το κεφάλι. «Κάποια δουλειά των Άες Σεντάι, φαντάζομαι. Σε ανθρώπους σαν εμένα κι εσένα, δεν δίνουν λογαριασμό». Και αυτό προκάλεσε μερικά χαχανητά.
Ανέβηκαν στα άλογα με ζωηράδα που διέψευδε την ηλικία τους. Μερικοί δεν είναι μεγαλύτεροι από μένα, σκέφτηκε πικρόχολα. Παραήταν μεγάλοι για να κυνηγήσουν τα ωραία μάτια μιας κοπελιάς που θα μπορούσε να ήταν και κόρη ή ακόμα και εγγονή τους. Το μόνο που θέλω είναι να μάθω γιατί πάτησε τον όρκο της, σκέφτηκε. Μόνο αυτό.
Σήκωσε το χέρι, έκανε νόημα να ξεκινήσουν, και κατευθύνθηκαν προς τα δυτικά, αφήνοντας πίσω ένα σύννεφο σκόνης. Θα κόπιαζαν πολύ για να τις προφτάσουν, Αλλά το είχε βάλει σκοπό του. Είτε στο Έμπου Νταρ είτε στο Χάσμα του Χαμού, θα τις έβρισκε.
13
Ένα Δωματιάκι στη Σιέντα
Η Ηλαίην έβαζε αντίσταση, καθώς η καμπίνα της άμαξας λικνιζόταν στηριγμένη στους δερμάτινους ιμάντες της, και προσπαθούσε να αγνοήσει την ξινή έκφραση της Νυνάβε απέναντί της. Είχαν ανοιγμένες τις κουρτίνες παρά το σύννεφο σκόνης που έμπαινε μερικές φορές από τα παράθυρα· η αύρα παρέσερνε λιγάκι τη ζέστη του απογεύματος. Γύρω τους περνούσαν δασώδεις λόφοι που φούσκωναν κι έπεφταν σαν κύματα, ενώ πού και πού τα δάση διακόπτονταν από μικρές εκτάσεις αγρών. Ένα αρχοντικό, όπως ήταν σύνηθες στην Αμαδισία, στεκόταν στην κορυφή ενός λόφου λίγα μίλια πιο πέρα από το δρόμο, με πελώρια πέτρινα θεμέλια ύψους δεκαπέντε μέτρων με μια πολύπλοκη ξύλινη κατασκευή από πάνω, όλο περίτεχνα μπαλκόνια και στέγες με κόκκινα κεραμίδια. Κάποτε θα ’ταν ολόκληρο καμωμένο από πέτρα, όμως είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι άρχοντες χρειάζονταν φρούρια στην Αμαδισία, και τώρα ο νόμος του βασιλιά απαιτούσε ξύλινη κατασκευή. Κανένας άρχοντας που ξεσηκωνόταν δεν θα άντεχε πολύ να τα βάλει με τον βασιλιά. Φυσικά, τα Τέκνα του Φωτός εξαιρούνταν απ’ αυτόν τον νόμο· είχαν ανοσία στους περισσότερους νόμους της Αμαδισίας. Η Ηλαίην από μικρό παιδί ήταν αναγκασμένη να ξέρει μερικά πράγματα για τους νόμους και τα έθιμα άλλων χωρών.