Выбрать главу

Υπήρχαν και στους μακρινότερους λόφους οργωμένα χωράφια, σαν καφέ μπαλώματα σε πράσινο ύφασμα, και οι άνδρες που τα δούλευαν θύμιζαν μυρμήγκια. Όλα έμοιαζαν ξερά· ένας κεραυνός θα έφτανε για να βάλει φωτιά που θα απλωνόταν πολλές λεύγες παραπέρα. Όμως οι κεραυνοί θα σήμαιναν βροχή και τα λιγοστά σύννεφα στον ουρανό παραήταν ψηλά και αραιά για κάτι τέτοιο. Η Ηλαίην αναρωτήθηκε, χωρίς να τη βιάζει η απάντηση, αν η ίδια μπορούσε να φέρει βροχή. Είχε μάθει να ελέγχει τον καιρό αρκετά καλά. Αλλά δεν έπαυε να είναι δύσκολο να προκαλέσεις βροχή όταν δεν υπήρχε το παραμικρό ίχνος υγρασίας.

«Πλήττει η Αρχόντισσά μου;» ρώτησε δηκτικά η Νυνάβε. «Έτσι που ατενίζει η Αρχόντισσά μου την ύπαιθρο —με τη μύτη της Αρχόντισσας σηκωμένη ψηλά· νομίζω ότι η Αρχόντισσά μου θα ήθελε να ταξιδέψουμε πιο γρήγορα». Απλώνοντας το χέρι πίσω από το κεφάλι της, άνοιξε ένα πορτάκι και φώναξε, «Πιο γρήγορα, Θομ. Μην μου φέρνεις αντιρρήσεις! Κι εσύ μην βγάλεις άχνα, Τζούιλιν Ληστοκυνηγέ! Πιο γρήγορα είπα!»

Το ξύλινο πορτάκι ξανάκλεισε, η Ηλαίην όμως ακόμα άκουγε τον Θομ να μουρμουρίζει, αρκετά δυνατά. Το πιθανότερο ήταν να έβριζε· η Νυνάβε όλη μέρα έβαζε τις φωνές στους δύο άνδρες. Μια στιγμή αργότερα, ακούστηκε το μαστίγιό του να κροταλίζει, και η άμαξα χίμηξε μπροστά, με την καμπίνα να τραντάζεται τόσο δυνατά που οι γυναίκες αναπηδούσαν στις χρυσόχρωμες μεταξένιες θέσεις τους. Είχαν ξεσκονίσει καλά το μετάξι όταν έφερε ο Θομ το όχημα, αλλά το παραγέμισμα της θέσης είχε σκληρύνει εδώ και καιρό. Παρά το ταρακούνημα που ένιωθε, το σφιγμένο στόμα της έλεγε ότι δεν θα ζητούσε από τον Θομ να κόψει ταχύτητα, αφού μόλις τώρα του είχε πει να κάνει γρήγορα.

«Σε παρακαλώ, Νυνάβε», είπε η Ηλαίην, «θα―»

Η άλλη τη διέκοψε. «Δεν έχει τη βολή της η Αρχόντισσά μου; Ξέρω ότι οι αρχόντισσες έχουν μάθει στις ανέσεις, πράγματα που δεν ξέρει μια απλή υπηρέτρια, αλλά σίγουρα η Αρχόντισσά μου θέλει να φτάσουμε στην επόμενη πόλη προτού σκοτεινιάσει, δεν είναι έτσι; Για να μπορέσει η υπηρέτρια της Αρχόντισσάς μου να ετοιμάσει το δείπνο της Αρχόντισσάς μου και να στρώσει το κρεβάτι της Αρχόντισσάς μου;» Τα δόντια της χτύπησαν μεταξύ τους, καθώς η καμπίνα που ανέβαινε συνάντησε το κορμί της Νυνάβε που έπεφτε· αγριοκοίταξε την Ηλαίην σαν να ήταν δικό της το φταίξιμο.

Η Ηλαίην αναστέναξε βαριά. Η Νυνάβε είχε καταλάβει τι είχαν κάνει στο Μαρντέσιν. Καμία αρχόντισσα δεν θα ταξίδευε χωρίς υπηρέτρια, και δύο αρχόντισσες θα είχαν προφανώς η καθεμιά τη δική της. Κι έτσι, εκτός αν έπειθαν τον Θομ ή τον Τζούιλιν να βάλουν φόρεμα, αυτό σήμαινε ότι η μια από τις δύο θα έκανε την υπηρέτρια. Η Νυνάβε είχε δει ότι η Ηλαίην ήξερε καλύτερα πώς φέρονται οι κυρίες· το είχε θέσει διακριτικά και η Νυνάβε συνήθως καταλάβαινε πότε κάτι ήταν λογικό να γίνει. Συνήθως. Όμως όλα αυτά είχαν συμβεί τότε στο μαγαζί της κυράς Μακούρα, αφού είχαν ποτίσει τις δύο εκείνες γυναίκες με το φρικτό καταπότι τους.

Αφήνοντας το Μαρντέσιν, είχαν ταξιδέψει γοργά ως τα μεσάνυχτα και είχαν φτάσει σε ένα χωριουδάκι με ένα πανδοχείο, όπου ξύπνησαν τον ιδιοκτήτη, έπιασαν δύο δωματιάκια με στενά κρεβάτια και ξύπνησαν προτού χαράξει για να συνεχίσουν, λοξοδρομώντας μερικά μίλια γύρω από το Άμαντορ. Κανείς βλέποντάς τις δεν θα τις θεωρούσε κάτι άλλο απ’ αυτό που ισχυρίζονταν πως ήταν, αλλά δεν θα ένιωθαν άνετα, αν περνούσαν μέσα από μια μεγάλη πόλη γεμάτη Λευκομανδίτες. Το Φρούριο του Φωτός βρισκόταν στο Αμαντορ. Η Ηλαίην είχε ακούσει να λένε ότι στο Άμαντορ βασίλευε ο βασιλιάς, αλλά κυβερνούσε ο Πέντρον Νάιαλ.