Выбрать главу

Το πρόβλημα είχε αρχίσει την περασμένη νύχτα, σε ένα μέρος που λεγόταν Μπέλον, σε μια λασπερή ρεματιά με το επιβλητικό όνομα Ποταμός Γκάεαν, είκοσι μίλια περίπου πέρα από την πρωτεύουσα. Το πανδοχείο Μπέλον Φορντ ήταν πιο μεγάλο από το προηγούμενο, και η κυρά Αλφάρα, η πανδοχέας, είχε προσφέρει στην Αρχόντισσα Μορέλιν ιδιωτική τραπεζαρία, κάτι που η Ηλαίην δεν μπορούσε να αρνηθεί. Η κυρά Αλφάρα ήταν σίγουρη ότι μόνο η Νάνα, η υπηρέτρια της Αρχόντισσας Μορέλιν, μπορούσε να την περιποιηθεί σωστά· κατά την πανδοχέα, οι αρχόντισσες ήθελαν να γίνονται όλα με τον σωστό τρόπο, κι έτσι έπρεπε, και οι κοπέλες της δεν ήταν μαθημένες από αρχόντισσες. Η Νάνα θα ήξερε πώς ακριβώς έπρεπε να είναι στρωμένο το κρεβάτι της Αρχόντισσας Μορέλιν, και θα της ετοίμαζε ένα ωραίο μπάνιο μετά από μιας μέρας ταξίδι σε κείνη τη ζέστη. Δεν είχε τελειωμό ο κατάλογος με τα πράγματα που η Νάνα θα έκανε ακριβώς όπως έπρεπε για την κυρά της.

Η Ηλαίην δεν ήταν σίγουρη αν πράγματι οι Αμαδισιανές αριστοκράτισσες τα περίμεναν όλα αυτά ή αν απλώς η πανδοχέας φόρτωνε δικές της δουλειές στην υπηρέτρια μιας ξένης. Είχε προσπαθήσει να γλιτώσει τη Νυνάβε, όμως εκείνη έλεγε μόνο «όπως επιθυμείς» και «η Αρχόντισσά μου έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις» σαν την πανδοχέα. Η Ηλαίην θα φαινόταν ανόητη ή τουλάχιστον παράξενη αν πίεζε το ζήτημα. Προσπαθούσαν να περάσουν απαρατήρητες.

Όσο έμειναν στο Μπέλον, η Νυνάβε δημοσίως έπαιζε την τέλεια υπηρέτρια μιας αρχόντισσας. Κατ’ ιδίαν, ήταν αλλιώς. Η Ηλαίην ευχήθηκε να ξανάβρισκε η Νυνάβε τον αληθινό εαυτό της, αντί να την πνίγει κάνοντας σαν υπηρέτρια αρχόντισσας από τη Μάστιγα. Της είχε ζητήσει συγγνώμη, όμως η Νυνάβε απαντούσε «η Αρχόντισσά μου δείχνει τόση καλοσύνη» ή απλώς την αγνοούσε. Δεν θα ξαναζητήσω συγγνώμη, σκέφτηκε για πεντηκοστή φορά. Δεν ζητώ συγγνώμη για κάτι που δεν ήταν δικό μου φταίξιμο.

«Σκεφτόμουν κάτι, Νυνάβε». Έπιασε μια χειρολαβή που κρεμόταν, ενώ ένιωθε σαν τη μπάλα σ’ ένα παιδικό παιχνίδι του Άντορ, που λεγόταν Αναπήδημα· στο παιχνίδι, προσπαθούσες να κρατήσεις πάνω σε μια ρακέτα μια χρωματιστή ξύλινη μπάλα που αναπηδούσε. Αλλά δεν θα ζητούσε να κόψουν ταχύτητα. Θα άντεχε όσο το άντεχε και η Νυνάβε. Μα ήταν τόσο πεισματάρα αυτή η γυναίκα! «Θέλω να φτάσουμε στην Ταρ Βάλον και να δούμε τι συμβαίνει, αλλά―»

«Η Αρχόντισσά μου σκεφτόταν; Η Αρχόντισσά μου σίγουρα θα ’χει πονοκέφαλο από τον κόπο. θα φτιάξω της Αρχόντισσάς μου ένα ωραίο τσαγάκι από ρίζα προβατόγλωσσας κι από κόκκινη μαργαρίτα αμέσως μόλις―»

«Πάψε, Νάνα», είπε η Ηλαίην, ήρεμα αλλά σταθερά· είχε μιμηθεί όσο καλύτερα μπορούσε τη μητέρα της. Η Νυνάβε έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Αν αρχίσεις και ξανατραβάς μπροστά μου την πλεξούδα σου, θα σε βάλω να κάτσεις στην οροφή με τις αποσκευές». Η Νυνάβε έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, προσπαθώντας να μιλήσει με τόση φούρια, ώστε τελικά δεν βγήκε λέξη από το στόμα της. Αυτό ήταν πολύ ικανοποιητικό. «Μερικές φορές νομίζεις ότι είμαι ακόμα παιδί, αλλά εσύ παιδιαρίζεις. Δεν σου ζήτησα να μου πλύνεις την πλάτη, αλλά θα έπρεπε να παλέψω μαζί σου για να σε εμποδίσω. Προσφέρθηκα να σου το ανταποδώσω, αν θυμάσαι. Και προσφέρθηκα να κοιμηθώ στο μικρό κρεβάτι. Αλλά εσύ ξάπλωσες και δεν σηκωνόσουν. Τέρμα τα μούτρα. Αν θέλεις, θα κάνω εγώ την υπηρέτρια στο επόμενο πανδοχείο». Σίγουρα θα ήταν καταστροφή. Η Νυνάβε θα έβαζε τις φωνές στον Θομ δημοσίως ή θα έστριβε το αυτί κάποιου. Αλλά η Ηλαίην θα έκανε τα πάντα για να επικρατήσει πάλι γαλήνη. «Μπορούμε να σταματήσουμε αυτή τη στιγμή για να αλλάξουμε ρούχα στα δένδρα».

«Διαλέξαμε τις εσθήτες για να σου κάνουν», μουρμούρισε μετά από μια στιγμή η άλλη. Άνοιξε το πορτάκι και φώναξε, «Πιο σιγά! Θα μας σκοτώσετε. Ανόητοι άνδρες!»

Νεκρική σιγή ήταν η απάντηση από το κάθισμα του αμαξά, ενώ η άμαξα έκοβε ταχύτητα και συνέχισε με πιο ομαλό ρυθμό, η Ηλαίην όμως θα έβαζε στοίχημα ότι οι άνδρες μιλούσαν μεταξύ τους. Έσιαξε τα μαλλιά της όσο καλύτερα μπορούσε δίχως καθρέφτη. Όταν κοιταζόταν, ακόμα την ξάφνιαζαν εκείνες οι λαμπερές μαύρες μπούκλες που έβλεπε. Και το πράσινο μεταξωτό φόρεμα ήθελε και αυτό ένα γερό βούρτσισμα.

«Τι σκεφτόσουν, Ηλαίην;» ρώτησε η Νυνάβε. Τα μάγουλά της είχαν βαφτεί κόκκινα. Τουλάχιστον καταλάβαινε ότι η Ηλαίην είχε δίκιο, αλλά πιθανότατα η μόνη συγγνώμη που θα ζητούσε ήταν απλώς το ότι είχε υποχωρήσει.

«Τρέχουμε στην Ταρ Βάλον, αλλά έχουμε στ’ αλήθεια καμιά ιδέα για το τι μας περιμένει στον Πύργο; Κι αν η Αμερλιν έδωσε πραγματικά αυτές τις διαταγές... Δεν το πολυπιστεύω και δεν το καταλαβαίνω, αλλά δεν σκοπεύω να μπω στον Πύργο μέχρι να μάθω τι συμβαίνει. “Μόνο οι ανόητοι βάζουν το χέρι σε κουφάλα δένδρου χωρίς να δουν πρώτα τι έχει μέσα”».