Η Ηλαίην δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Λούκα θα ένιωθε αγαλλίαση διηγούμενος τις ιστορίες του, όμως αμφέβαλλε πολύ για το αν αυτά τα ζώα προέρχονταν από το Σάρα. Κατ’ αρχάς, ακόμα κι οι Θαλασσινοί το μόνο που έβλεπαν από το Σάρα ήταν τα περιτειχισμένα λιμάνια, δηλαδή το μόνο μέρος που τους επιτρεπόταν να πλησιάσουν· όσοι περνούσαν τα τείχη, δεν τους ξανάβλεπε κανείς. Οι Αελίτες δεν ήξεραν σχεδόν τίποτα παραπάνω. Έπειτα, η Ηλαίην και η Νυνάβε είχαν αμφότερες δει τέτοια πλάσματα στο Φάλμε, κατά τη διάρκεια της εισβολής των Σωντσάν. Οι Σωντσάν τα χρησιμοποιούσαν για υποζύγια και για πόλεμο.
«Δεν το νομίζω, αφέντη Λούκα», του είπε.
«Τότε επίτρεψέ μας να δώσουμε μια παράσταση για σένα», είπε αυτός γοργά. «Όπως βλέπεις, αυτό εδώ πέρα δεν είναι ένα συνηθισμένο περιπλανώμενο θηριοτροφείο, αλλά κάτι ολότελα καινούριο. Μια ιδιωτική παράσταση. Σαλτιμπάγκοι, ταχυδακτυλουργοί, εκπαιδευμένα ζώα, ο δυνατότερος άνθρωπος στον κόσμο. Ακόμα και πυροτεχνήματα. Έχουμε ένα Φωτοδότη μαζί μας. Πηγαίνουμε στην Γκεάλνταν και αύριο θα χαθούμε στον άνεμο. Αλλά για ένα ευτελές ποσόν».
«Η κυρά μου είπε ότι δεν το νομίζει», τον έκοψε η Νυνάβε. «Προτιμά να ξοδέψει τα λεφτά της αλλού κι όχι για να δει ζώα». Η αλήθεια ήταν ότι εκείνη διαχειριζόταν με αυστηρότητα τα χρήματά τους και πλήρωνε απρόθυμα ό,τι χρειάζονταν. Έδειχνε να πιστεύει ότι όλα έπρεπε να κοστίζουν όσο κόστιζαν στους Δύο Ποταμούς.
«Γιατί θες να πας στην Γκεάλνταν, αφέντη Λούκα;» ρώτησε η Ηλαίην. Η Νυνάβε πάντα δυσκόλευε τα πράγματα και άφηνε την Ηλαίην να τα μπαλώσει. «Ακουσα ότι υπάρχουν φασαρίες εκεί. Ακουσα ότι ο στρατός δεν κατάφερε να διώξει τον άνθρωπο που καλείται Προφήτης και κάνει κήρυγμα για τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Σίγουρα δεν θα θέλατε να μπλέξετε σε ταραχές».
«Τα παραλένε, Αρχόντισσα μου. Τα παραλένε. Όταν υπάρχουν πλήθη, οι άνθρωποι θέλουν να ψυχαγωγηθούν. Και, όπου οι άνθρωποι θέλουν να ψυχαγωγηθούν, το θέαμα που παρουσιάζω είναι πάντα ευπρόσδεκτο». Ο Λούκα δίστασε κι έπειτα πλησίασε την άμαξα. «Αρχόντισσά μου, η αλήθεια είναι ότι θα μου έκανες μεγάλη χάρη, αν μου επέτρεπες να δώσω μια παράσταση για σένα. Δεν θα κρύψω ότι ένα χοιράλογο μάς έβαλε σε μπελάδες στην πιο κοντινή πόλη, λίγο πιο ψηλά στο δρόμο, Ήταν ατύχημα», πρόσθεσε βιαστικά, «σε διαβεβαιώνω. Είναι ήμερα πλάσματα. Καθόλου επικίνδυνα. Αλλά οι άνθρωποι της Σιέντα, όχι μόνο δεν μου επέτρεψαν να δώσω παράσταση εκεί, όχι μόνο δεν θέλησαν να έρθουν να τη δουν εδώ πέρα, αλλά και... Να, ξόδεψα όλα μου τα χρήματα για να πληρώσω τις ζημιές και τα πρόστιμα». Μόρφασε. «Ειδικά τα πρόστιμα. Αν μου επέτρεπες να σε ψυχαγωγήσω —για ένα ευτελές ποσόν, ειλικρινά― θα σε ονόμαζα χορηγό της παράστασής μου, όπου κι αν ταξιδεύαμε στον κόσμο, εξαπλώνοντας τη φήμη της γενναιοδωρίας σου, Αρχόντισσά μου... το όνομά σου;»
«Μορέλιν», είπε εκείνη. «Είμαι η Αρχόντισσα Μορέλιν του Οίκου Σαμάρεντ». Με την καινούρια της κόμμωση μπορούσε να περάσει για Καιρχινή. Δεν είχε χρόνο να δει την παράστασή του, αν και σίγουρα θα την απολάμβανε, όπως του είπε, προσθέτοντας, «Αλλά θα σε βοηθήσω λιγάκι, αν δεν έχεις χρήματα. Δώσε του κάτι, Νάνα, για να πάει στην Γκεάλνταν». Το τελευταίο που ήθελε ήταν ο Λούκα να «εξαπλώσει τη φήμη της», αλλά ήταν καθήκον της να βοηθά τους φτωχούς και αυτούς που είχαν ανάγκη, και δεν μπορούσε να το παραβλέψει όταν είχε τα μέσα, ακόμα και σε μια ξένη χώρα.
Η Νυνάβε, μουρμουρίζοντας, έβγαλε ένα πουγκί από το θύλακα της ζώνης της και το άνοιξε. Έγειρε από την άμαξα κι έκλεισε τη χούφτα του Λούκα γύρω από αυτό που του έδωσε. Εκείνος ξαφνιάστηκε ακούγοντάς την να του λέει, «Αν έπιανες μια αξιοπρεπή δουλειά, δεν θα χρειαζόταν να ζητιανεύεις. Ξεκίνα, Θομ!»
Ο Θομ κροτάλισε το μαστίγιό του και η Ηλαίην έπεσε πίσω στη θέση της από τη φόρα της άμαξας. «Δεν ήταν ανάγκη να είσαι τόσο αγενής», είπε, «Και τόσο απότομη. Τι του έδωσες;»
«Μια ασημένια πέννα», αποκρίθηκε ατάραχη η Νυνάβε, ξαναχώνοντας το πουγκί στο θύλακο. «Και πολύ του ήταν».
«Νυνάβε», βόγκηξε η Ηλαίην. «Ο άνθρωπος θα νομίζει ότι τον κοροϊδεύουμε».
Η Νυνάβε ξεφύσηξε. «Με τέτοιους ώμους, δεν θα πάθει τίποτα, αν στρωθεί να δουλέψει μια μέρα».
Η Ηλαίην δεν μίλησε, αν και δεν συμφωνούσε. Σίγουρα ο άνθρωπος δεν θα πάθαινε τίποτα, αν δούλευε, αλλά κατά τη γνώμη της δεν υπήρχαν και τόσες δουλειές. Όχι ότι θα δεχόταν δουλειά που δεν θα του επέτρεπε να φορά εκείνο τον μανδύα. Αν το ανέφερε όμως, η Νυνάβε θα διαφωνούσε —όταν της επισήμαινε με διακριτικότητα κάποια πράγματα που η Νυνάβε δεν ήξερε, εκείνη δεν το είχε σε τίποτα να την κατηγορήσει ότι ο τρόπος της ήταν αλαζονικός ή ότι της έκανε διάλεξη― και ο Βάλαν Λούκα δεν άξιζε άλλο τσακωμό τόσο σύντομα, με το που είχε καταλαγιάσει ο προηγούμενος.