Выбрать главу

Οι σκιές είχαν μακρύνει, όταν πια έφτασαν στη Σιέντα, ένα μεγαλούτσικο χωριό με σπιτάκια πέτρινα με καλαμένιες στέγες, όπου υπήρχαν δύο πανδοχεία. Το πρώτο, ο Λογχοφόρος του Βασιλιά, είχε μια τρύπα να χάσκει στο σημείο όπου έπρεπε να υπάρχει η είσοδος, κι ένα πλήθος παρακολουθούσε τους εργάτες που την επισκεύαζαν. Ίσως στο «χοιράλογο» του αφέντη Λούκα να μην άρεσε η πινακίδα, που τώρα βρισκόταν ακουμπισμένη πλάι στην τρύπα κι έδειχνε έναν στρατιώτη να προελαύνει με τη λόγχη χαμηλωμένη. Η πινακίδα έμοιαζε σαν να είχε ξηλωθεί με κάποιον τρόπο.

Όλως περιέργως, υπήρχαν περισσότεροι Λευκομανδίτες στους γεμάτους κόσμο στενούς χωματόδρομους της πόλης απ’ όσους υπήρχαν στο Μαρντέσιν, πολύ περισσότεροι, κι επίσης στρατιώτες, άνδρες με πλεχτή πανοπλία και ατσαλένια κωνικά κράνη, των οποίων οι γαλάζιοι μανδύες έφεραν το Άστρο και το Κίρσιο της Αμαδισίας. Σίγουρα κάπου κοντά πρέπει να υπήρχαν φυλάκια του στρατού. Οι άνδρες του βασιλιά και οι Λευκομανδίτες δεν έδειχναν να αλληλοσυμπαθούνται καθόλου. Ή περνούσαν ξυστά ο ένας από τον άλλον, που φορούσε λάθος χρώμα, σαν να μην υπήρχε, ή του έριχναν προκλητικές ματιές απέχοντας ελάχιστα από το να χρησιμοποιήσουν τα ξίφη τους. Κάποιοι από τους άνδρες με τους λευκούς μανδύες έφεραν άλικες ποιμενικές ράβδους στο σήμα τους πλάι στον ήλιο του μανδύα τους. Το Χέρι του Φωτός, έτσι αυτοαποκαλούνταν, το Χέρι που αναζητούσε την αλήθεια, όμως όλοι οι άλλοι τους έλεγαν Ανακριτές. Ακόμα και οι υπόλοιποι Λευκομανδίτες δεν τους πολυπλησίαζαν.

Εν γένει, το θέαμα ήταν τέτοιο, που η Ηλαίην ένιωσε το στομάχι της να γίνεται κουβάρι. Αλλά ήθελε το πολύ μια ώρα για να πέσει η νύχτα, ακόμη και βάσει του ότι, επειδή καλοκαίριαζε, ο ήλιος έδυε πιο αργά. Ακόμα κι αν ταξίδευαν τη μισή νύχτα, δεν υπήρχε εγγύηση ότι θα έβρισκαν άλλο πανδοχείο μπροστά τους, και ίσως τραβούσαν την προσοχή, αν συνέχιζαν το δρόμο τους τόσο αργά. Εκτός αυτού, σήμερα είχαν λόγο να σταματήσουν νωρίς.

Κοιτάχτηκε με τη Νυνάβε κι εκείνη ύστερα από λίγο ένευσε και είπε, «Πρέπει να σταματήσουμε».

Όταν η άμαξα στάθηκε μπροστά στο Φως της Αλήθειας, ο Τζούιλιν πήδηξε κάτω για να ανοίξει την πόρτα, και η Νυνάβε τον περίμενε με ταπεινή έκφραση για να βοηθήσει την Ηλαίην να κατέβει. Άστραψε όμως ένα χαμόγελο στην Ηλαίην· δεν θα έκανε πάλι μούτρα. Το δερμάτινο σακίδιο που είχε κρεμασμένο στον ώμο έμοιαζε κάπως αταίριαστο, αλλά όχι πολύ, τουλάχιστον έτσι έλπιζε η Ηλαίην. Τώρα που η Νυνάβε είχε ξαναβρεί απόθεμα από βότανα και αλοιφές, δεν θα τα έχανε από τα μάτια της.

Με την πρώτη ματιά που έριξε στην ταμπέλα του πανδοχείου —ένας ακτινωτός χρυσός ήλιος, όπως εκείνος που φορούσαν τα Τέκνα στους μανδύες τους― η Ηλαίην ευχήθηκε να τα είχε βάλει το «χοιράλογο» μ’ αυτό το πανδοχείο και όχι με το άλλο. Πάλι καλά που ο ήλιος δεν είχε ποιμενική ράβδο πίσω του. Εδώ οι μισοί από τους πελάτες της κοινής αίθουσας φορούσαν χιονόλευκους μανδύες και είχαν τα κράνη ακουμπισμένα στα τραπέζια μπροστά τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα και στύλωσε τον εαυτό της, για να μην κάνει στροφή επιτόπου και να φύγει.

Εξαιρουμένων των στρατιωτών, ήταν ένα ευχάριστο πανδοχείο με ψηλό ταβάνι όπου φαίνονταν τα πατερά και η επένδυση από σκούρο γυαλισμένο ξύλο. Κομμένα πράσινα κλαριά στόλιζαν τα δύο σβησμένα τζάκια και νόστιμες ευωδιές έρχονταν από την κουζίνα. Οι υπηρέτριες με τις λευκές ποδιές έμοιαζαν κεφάτες, καθώς περνούσαν γοργά ανάμεσα από τα τραπέζια, κρατώντας δίσκους με κρασί και μπύρα και φαγητά.

Η άφιξη μιας αρχόντισσας δεν δημιούργησε ιδιαίτερη αναστάτωση, τόσο κοντά που ήταν το χωριό στην πρωτεύουσα. Ή ίσως ο λόγος ήταν το μέγαρο εκείνου του άρχοντα. Μερικοί άνδρες την κοίταξαν· περισσότεροι ήταν εκείνοι που έδειξαν ενδιαφέρον για την «υπηρέτριά της», αν και το αυστηρό, συνοφρυωμένο βλέμμα που τους έριξε η Νυνάβε, όταν κατάλαβε πως την κοίταζαν, τους έκανε γρήγορα να ξαναγυρίσουν στο κρασί τους, Η Νυνάβε έδειχνε να πιστεύει ότι ήταν έγκλημα να κοιτάζει ένας άνδρας μια γυναίκα, έστω κι αν δεν έλεγε τίποτα και δεν έκανε πονηρούς μορφασμούς. Με δεδομένο αυτό, η Ηλαίην αναρωτιόταν γιατί δεν φορούσε πιο φαρδιά ρούχα. Είχε φάει πολλές ώρες διορθώνοντας το απλό γκρίζο φόρεμα της άλλης γυναίκας έτσι που να της ταιριάζει. Η Νυνάβε ήταν ανίκανη να κάνει λεπτοδουλειά με το βελονάκι.