Выбрать главу

Η πανδοχέας, η κυρά Τζάρεν, ήταν γεματούλα, με μακριές γκρίζες μπούκλες, ζεστό χαμόγελο και μαύρα μάτια με διαπεραστικό βλέμμα. Η Ηλαίην υποψιαζόταν ότι θα διέκρινε από μακριά ένα τριμμένο στρίφωμα ή ένα αδειανό πουγκί. Προφανώς η Ηλαίην και η Νυνάβε είχαν πάρει την έγκρισή της, αφού η πανδοχέας έκανε μια βαθιά υπόκλιση, απλώνοντας το γκρίζο φουστάνι της, και τις καλωσόρισε διαχυτικά, ρωτώντας αν η Αρχόντισσα πήγαινε ή επέστρεφε από το Άντορ.

«Ερχόμαστε», αποκρίθηκε η Ηλαίην με αγέρωχο ύφος. «Οι χοροί στην πόλη ήταν άκρως διασκεδαστικοί και ο Βασιλιάς Άιλρον είναι όσο όμορφος λένε, κάτι που δεν ισχύει πάντα για τους βασιλιάδες, αλλά εγώ πρέπει να επιστρέψω στα κτήματα μου. Ζητώ δωμάτιο για μένα και τη Νάνα και κάτι για τον υπηρέτη και για τον αμαξά μου». Θυμήθηκε τη Νυνάβε και το μικρό εκείνο κρεβατάκι και πρόσθεσε, «Θέλω δύο κανονικά κρεβάτια. Χρειάζομαι τη Νάνα κοντά μου και, αν έχει μόνο ένα μικρό κρεβατάκι, ροχαλίζει και δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ». Η σεβάσμια έκφραση της Νυνάβε χάθηκε για μια στιγμή —μια στιγμούλα μονάχα, ευτυχώς― αλλά ήταν η αλήθεια. Ροχάλιζε φρικτά.

«Φυσικά, Αρχόντισσά μου», είπε η παχουλή πανδοχέας. «Έχω το κατάλληλο. Οι άνδρες όμως θα πρέπει να κοιμηθούν στο στάβλο, στο πατάρι του σανού. Είμαι γεμάτη, όπως βλέπεις. Ένα τσούρμο περιπλανώμενοι απατεώνες έφεραν κάτι απαίσια πελώρια ζώα χθες στο χωριό και ένα απ’ αυτά σχεδόν κατέστρεψε το Λογχοφόρο του Βασιλιά. Ο καημένος ο Σιμ έχασε τη μισή κοινή αίθουσά του κι όλοι ήρθαν εδώ». Το χαμόγελό της έδειχνε ικανοποίηση μάλλον παρά συμπόνια. «Όμως μου έχει μείνει ένα δωμάτιο ελεύθερο».

«Είμαι βέβαια ότι αρκεί. Αν στείλεις ένα ελαφρό δείπνο και νερό για λουτρό, νομίζω πως θα αποσυρθώ νωρίς». Το φως του ήλιου χυνόταν ακόμα από τα παράθυρα, όμως η Νυνάβε έκρυψε ντελικάτα το στόμα με το χέρι της σαν να έπνιγε ένα χασμουρητό.

«Φυσικά, Αρχόντισσά μου. Όπως επιθυμείς. Από εδώ».

Η κυρά Τζάρεν ήθελε, φαίνεται, να ψυχαγωγήσει την Ηλαίην, καθώς τη συνόδευε στο δωμάτιό της στον πρώτο όροφο. Σ’ όλη τη διαδρομή της έλεγε για το πλήθος που είχε καταλύσει στο πανδοχείο της και ότι ήταν θαύμα που είχε απομείνει δωμάτιο, για τους περιπλανώμενους με τα ζώα, τους οποίους είχαν διώξει από το χωριό —στα τσακίδια!― και για τους ευγενείς που είχαν μείνει στο πανδοχείο της τόσα χρόνια, ακόμα και ο Άρχοντας Διοικητής των Τέκνων κάποτε. Ακόμα κι ένας Κυνηγός του Κέρατος είχε έρθει μόλις την προηγούμενη μέρα, κατευθυνόμενος προς το Δάκρυ, όπου λεγόταν πως η Πέτρα του Δακρύου είχε πέσει στα χέρια κάποιου ψεύτικου Δράκοντα ― δεν ήταν φρικτό κι απαίσιο που οι άνδρες έκαναν τέτοια πράγματα; «Μακάρι να μην το βρούνε ποτέ». Οι γκρίζες μπούκλες της γυναίκας ανέμισαν, καθώς κουνούσε το κεφάλι.

«Το Κέρας του Βαλίρ;» είπε η Ηλαίην. «Γιατί όχι;»

«Μα, Αρχόντισσά μου, αν το βρουν, σημαίνει ότι έρχεται η Τελευταία Μάχη. Ότι ο Σκοτεινός απελευθερώνεται». Η κυρά Τζάρεν ανατρίχιασε. «Το Φως να δώσει να μη βρεθεί ποτέ το Κέρας. Έτσι, η Τελευταία Μάχη δεν μπορεί να γίνει, σωστά;» Δεν φαινόταν να υπάρχει απάντηση σε μια τόσο παράξενη λογική.

Η κρεβατοκάμαρα ήταν στενή, αν και όχι πολύ στριμωγμένη. Υπήρχαν δύο στενά κρεβάτια με ριγέ καλύμματα κι ανάμεσά τους ένα παράθυρο που είχε θέα στο δρόμο, με ελάχιστο χώρο ανάμεσά τους κι ανάμεσα σ’ αυτά και στους ασβεστωμένους τοίχους. Ένα τραπεζάκι με λάμπα και σύνεργα για το άναμμα του τζακιού υπήρχε μεταξύ τους, ενώ ένα λουλουδάτο χαλάκι και ένας νιπτήρας με καθρεφτάκι από πάνω συμπλήρωναν την επίπλωση. Αν μη τι άλλο, όλα ήταν καθαρά και περιποιημένα.

Η πανδοχέας χτύπησε τα μαξιλάρια να φουσκώσουν, έσιαξε τα καλύμματα και είπε ότι τα στρώματα από τα καλύτερα πούπουλα χήνας, ότι οι άνθρωποι της Αρχόντισσας θα έφερναν τα κιβώτια από τις πίσω σκάλες· όλα θα ήταν τακτοποιημένα και το βράδυ θα έκανε ωραίο αεράκι, αν η Αρχόντισσα άνοιγε το παράθυρο και άφηνε μισάνοιχτη την πόρτα. Λες και θα κοιμόταν με ανοιχτή την πόρτα που έβγαζε στην κοινή αίθουσα. Δύο κοπέλες με ποδιές έφτασαν, κουβαλώντας μια μεγάλη γαλάζια κανάτα με αχνιστό νερό και ένα μεγάλο λακαρισμένο δίσκο σκεπασμένο με λευκό ύφασμα, και μόνο τότε η Ηλαίην κατάφερε να διώξει την κυρά Τζάρεν. Σε μια άκρη του δίσκου, το πανί σχημάτιζε το περίγραμμα μιας καράφας κρασιού και δύο κυπέλλων.

«Νομίζω πίστευε ότι θα πάμε στο Λογχοφόρο του Βασιλιά παρά στην τρύπα που έχει», είπε, όταν έκλεισε καλά η πόρτα. Κοίταξε ολόγυρα το δωμάτιο και έκανε μια γκριμάτσα. Μόλις που θα χωρούσαν οι δυο τους και τα κιβώτια. «Αναρωτιέμαι μήπως έπρεπε να πάμε».

«Δεν ροχαλίζω», είπε με σφιγμένη φωνή η Νυνάβε.

«Φυσικά και δεν ροχαλίζεις. Όμως κάτι έπρεπε να πω».