Выбрать главу

Η Νυνάβε άφησε ένα χαμηλό μουγκρητό, όμως είπε μόνο, «Χαίρομαι που είμαι αρκετά κουρασμένη για να κοιμηθώ. Αν εξαιρέσεις τη διχαλόριζα, ανάμεσα στα βότανα που είχε εκείνη η Μακούρα, δεν αναγνώρισα κανένα που να βοηθά στον ύπνο».

Ο Θομ και ο Τζούιλιν χρειάστηκε να ανεβοκατέβουν τρεις φορές για να φέρουν τα ξύλινα κιβώτια με τη σιδερένια ενίσχυση, γκρινιάζοντας συνεχώς, όπως έκαναν πάντα οι άνδρες, επειδή ήταν αναγκασμένοι να τα ανεβάσουν από τη στενή πίσω σκάλα του πανδοχείου. Μουρμούριζαν μάλιστα ότι τους είχαν αναγκάσει να κοιμηθούν στους στάβλους, τη στιγμή που ανέβαζαν το πρώτο κιβώτιο —είχε μεντεσέ― δες σχήματος φύλλου· τα περισσότερα χρήματα και τα πολύτιμά τους βρίσκονταν στον πάτο του, μαζί με το τερ’ανγκριάλ που είχαν ανακτήσει― αλλά, όταν έριξαν μια ματιά, μπαίνοντας στο δωμάτιο, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και σταμάτησαν αμέσως να μιλάνε. Τουλάχιστον γι’ αυτό.

«Θα δούμε τι μπορούμε να μάθουμε στην κοινή αίθουσα», είπε ο Θομ, όταν πια είχαν καταφέρει να στριμώξουν εκεί μέσα και το τελευταίο κιβώτιο. Μόλις που έφτανε ο χώρος για να φτάσει κανείς στο νιπτήρα.

«Και ίσως κάνουμε μια βόλτα στο χωριό», πρόσθεσε ο Τζούιλιν. «Ο κόσμος αφήνει τη γλώσσα του ελεύθερη, όταν υπάρχει δυσαρέσκεια σαν αυτή που είδα στο δρόμο».

«Πολύ ωραία», είπε η Ηλαίην. Οι δυο άνδρες ήθελαν να νιώθουν ότι έκαναν κάτι παραπάνω από το να κουβαλούν και να σέρνουν. Έτσι ήταν στο Τάντσικο —και στο Μαρντέσιν, φυσικά― και μπορεί να συνέβαινε κι αλλού, αλλά σίγουρα όχι εδώ. «Προσοχή, μην μπλέξετε με τους Λευκομανδίτες». Αυτοί αντάλλαξαν ένα υπομονετικό βλέμμα, λες και δεν τους είχε δει με μωλωπισμένα και ματωμένα πρόσωπα ύστερα από τέτοιες εξορμήσεις για πληροφορίες, όμως η Ηλαίην τους το συγχώρεσε και χαμογέλασε στον Θομ. «Ανυπομονώ να ακούσω τι θα μάθεις».

«Το πρωί», είπε αυστηρά η Νυνάβε. Είχε αποστρέψει το βλέμμα από την Ηλαίην με τόση ένταση, που ήταν λες και την αγριοκοίταζε. «Αν μας ενοχλήσετε για κάτι πιο ασήμαντο από Τρόλοκ, θα το μετανιώσετε».

Οι άνδρες αντάλλαξαν μια εύγλωττη ματιά —κάτι που έκανε τη Νυνάβε να υψώσει απότομα τα φρύδια― αλλά τους έδωσε απρόθυμα μερικά νομίσματα κι αυτοί έφυγαν, συμφωνώντας να τις αφήσουν να κοιμηθούν ανενόχλητες.

«Αν δεν μπορώ να μιλήσω ούτε καν στον Θομ», άρχισε να λέει η Ηλαίην μόλις έφυγαν, όμως η Νυνάβε τη διέκοψε.

«Δεν θα τους έχω να μπαινοβγαίνουν, ενώ κοιμάμαι φορώντας την καμιζόλα μου». Ξεκούμπωνε αδέξια τα κουμπιά στην πλάτη του φορέματός της. Η Ηλαίην πλησίασε να τη βοηθήσει, και η Νυνάβε είπε, «Τα καταφέρνω. Εσύ βγάλε το δαχτυλίδι να μου το δώσεις».

Η Ηλαίην ρούφηξε τη μύτη της και σήκωσε το φουστάνι της για να φτάσει στην τσεπούλα που είχε ράψει από μέσα. Αν η Νυνάβε ήθελε να το παίξει κακιωμένη, ας το έκανε· η Ηλαίην δεν θα ανταποκρινόταν, ακόμα κι αν η Νυνάβε άρχιζε να της τα ψέλνει ξανά. Στην τσέπη υπήρχαν δύο δαχτυλίδια. Αφησε το χρυσό Μέγα Ερπετό, που της είχε δοθεί όταν είχε γίνει Αποδεχθείσα, κι έβγαλε το πέτρινο δαχτυλίδι.

Ήταν γεμάτο πιτσιλιές και ρίγες σε κόκκινα και γαλάζια και καφέ χρώματα, υπερβολικά μεγάλο για δάχτυλο, και επίσης πεπλατυσμένο και συστρεμμένο. Παρ’ όλο που κάτι τέτοιο φαινόταν παράξενο, το δαχτυλίδι είχε μόνο μία πλευρά· αν το διέτρεχες με το δάχτυλο κατά μήκος της πλευράς, θα έκανες ένα εσωτερικό κύκλο και μετά θα ξανάβγαινες, για να φτάσεις εκεί απ’ όπου είχες ξεκινήσει. Ήταν ένα τερ’ανγκριάλ, και ως λειτουργία είχε το να προσφέρει δίοδο στον Τελ’αράν’ριοντ, ακόμα και σε κάποιον που δεν είχε το Ταλέντο, το οποίο μοιράζονταν η Εγκουέν και οι Αελίτισσες Ονειροβάτισσες. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να κοιμηθείς με το δαχτυλίδι κατάσαρκα. Αντίθετα από τα δύο τερ’ανγκριάλ που είχαν ανακτήσει από το Μαύρο Άτζα, δεν απαιτούσε να διαβιβάσεις. Ποιος να ήξερε άραγε, ίσως ακόμα κι ένας άνδρας να μπορούσε να το χρησιμοποιήσει.

Φορώντας μονάχα τη λινή καμιζόλα της, η Νυνάβε πέρασε το δαχτυλίδι στο δερμάτινο κορδόνι πλάι στο σφραγιδοφόρο δαχτυλίδι του Λαν και στο δικό της δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού και ύστερα ξάπλωσε σ’ ένα από τα κρεβάτια. Ζούληξε προσεκτικά τα δαχτυλίδια στην επιδερμίδα της και βόλεψε το κεφάλι στα μαξιλάρια.

«Υπάρχει χρόνος προτού πάνε η Εγκουέν και οι Σοφές;» ρώτησε η Ηλαίην. «Ποτέ δεν καταφέρνω να υπολογίσω τι ώρα είναι στην Ερημιά».

«Υπάρχει χρόνος, εκτός αν πάει νωρίς, που δεν πρόκειται. Οι Σοφές δεν της αφήνουν λάσκα τα λουριά. Μακροπρόθεσμα, θα της κάνει καλό. Ανέκαθεν ήταν ξεροκέφαλη». Η Νυνάβε άνοιξε τα μάτια, καρφώνοντάς την με το βλέμμα —αυτήν!― σαν να το εννοούσε και για κείνη.

«Θυμήσου να πεις στην Εγκουέν να πει στον Ραντ ότι τον σκέφτομαι». Δεν θα άφηνε την άλλη να ξεκινήσει καυγά. «Πες της να... του πει ότι τον αγαπώ, μόνο αυτόν». Να λοιπόν. Το είχε βγάλει από μέσα της.