Выбрать главу

Η Νυνάβε σήκωσε με ύφος το βλέμμα ψηλά, με μια άκρως προσβλητική έκφραση. «Αφού το επιθυμείς», είπε ξερά και κουλουριάστηκε στα μαξιλάρια.

Όταν η Νυνάβε άρχισε να ανασαίνει πιο αργά, η Ηλαίην έσπρωξε ένα κιβώτιο στην πόρτα και κάθισε εκεί πάνω να περιμένει. Πάντα σιχαινόταν την αναμονή. Αν σηκωνόταν να πάει στην κοινή αίθουσα, το σφάλμα θα ήταν της Νυνάβε. Ο Θομ μάλλον θα ήταν ακόμα εκεί και... Και τίποτα. Υποτίθεται πως ήταν ο αμαξάς της. Αναρωτήθηκε αν η Νυνάβε το είχε σκεφτεί αυτό προτού συμφωνήσει να είναι η υπηρέτρια. Μ’ ένα στεναγμό, έγειρε πίσω στην πόρτα. Στ’ αλήθεια σιχαινόταν να περιμένει.

14

Συναντήσεις

Οι επιδράσεις από τη χρήση του τερ’ανγκριάλ δαχτυλιδιού δεν ξάφνιαζαν πια τη Νυνάβε. Είχε βρεθεί στο μέρος που σκεφτόταν όταν την είχε αγκαλιάσει ο ύπνος, στη μεγάλη αίθουσα στο Δάκρυ, που λεγόταν Καρδιά της Πέτρας, μέσα στο ογκώδες φρούριο με το όνομα Πέτρα του Δακρύου. Οι επίχρυσες λάμπες στους φανοστάτες δεν ήταν αναμμένες, αλλά ένα αχνό φως έμοιαζε να έρχεται από παντού και από πουθενά, απλώς να υπάρχει, παντού ολόγυρά της, και να ξεθωριάζει στο βάθος αφήνοντας θαμπές σκιές. Τουλάχιστον δεν έκανε ζέστη· στον Τελ’αράν’ριοντ ποτέ δεν έμοιαζε να κάνει ζέστη ή κρύο.

Πελώριες κολόνες από κοκκινόπετρα υψώνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις και ο θόλος ψηλά εκεί πάνω ήταν χαμένος στις θαμπές σκιές μαζί με χρυσές λάμπες που κρέμονταν από χρυσές αλυσίδες. Οι ανοιχτόχρωμες πλάκες του δαπέδου κάτω από τα πόδια της ήταν φθαρμένες· οι Υψηλοί Άρχοντες του Δακρύου έρχονταν σ’ αυτή την αίθουσα —στον ξυπνητό κόσμο, φυσικά― μονάχα όταν το απαιτούσαν τα έθιμα και οι νόμοι τους, όμως έρχονταν εδώ από το Τσάκισμα του Κόσμου. Στο κέντρο κάτω από το θόλο βρισκόταν το Καλαντόρ, ένα σπινθηροβόλο σπαθί φτιαγμένο από κρύσταλλο, χωμένο ως τη μέση στην πέτρα του πατώματος. Όπως ακριβώς το είχε αφήσει ο Ραντ.

Η Νυνάβε δεν πλησίασε το σπαθί. Ο Ραντ ισχυριζόταν ότι είχε υφάνει παγίδες γύρω του με το σαϊντίν, παγίδες που δεν μπορούσε να τις δει καμία γυναίκα. Σίγουρα θα ήταν κάτι άσχημο —ακόμα και οι καλύτεροι άνδρες μπορούσαν να επιδείξουν ωμότητα, όταν προσπαθούσαν να φανούν πανούργοι― κάτι άσχημο που θα στρεφόταν επίσης κι εναντίον μιας γυναίκας, η οποία θα ήθελε να χρησιμοποιήσει εκείνο το σα’ανγκριάλ. Ο Ραντ ήθελε να το προφυλάξει, όχι μόνο από κείνους που ήταν στον Πύργο, αλλά εξίσου και από τους Αποδιωγμένους. Εκτός από τον ίδιο τον Ραντ, όποιος άγγιζε το Καλαντόρ μπορεί να πέθαινε ή να πάθαινε κάτι ακόμη χειρότερο.

Ήταν δεδομένο αυτό στον Τελ’αράν’ριοντ. Ό,τι υπήρχε στον ξυπνητό κόσμο, υπήρχε κι εδώ, μολονότι το αντίστροφο δεν ίσχυε πάντα. Ο Κόσμος των Ονείρων, ο Αθέατος Κόσμος, καθρέφτιζε τον ξυπνητό κόσμο, αν και με παράξενο τρόπο μερικές φορές, ίσως επίσης και άλλους κόσμους. Η Βέριν Σεντάι είχε πει στην Εγκουέν ότι υπήρχε ένα σχήμα υφασμένο από κόσμους, από την εδώ πραγματικότητα και από άλλες, ακριβώς όπως το υφαντό των ζωών των ανθρώπων αποτελούσε το Σχήμα των Εποχών. Ο Τελ’αράν’ριοντ τους άγγιζε όλους, όμως λίγοι μπορούσαν να μπουν κι έμπαιναν μονάχα τυχαία, για λίγες στιγμές, χωρίς να έχουν επίγνωση πού βρίσκονταν, μέσω των πεζών ονείρων τους. Ήταν επικίνδυνες στιγμές γι’ αυτούς τους ονειρευτές, παρ’ όλο που δεν το καταλάβαιναν, παρά μόνο αν στέκονταν άτυχοι. Ένα άλλο δεδομένο του Τελ’αράν’ριοντ ήταν πως ό,τι συνέβαινε στον ονειρευτή εδώ, συνέβαινε και στον ξυπνητό κόσμο. Αν πέθαινες στον Κόσμο των Ονείρων, πέθαινες και στην πραγματικότητα.

Η Νυνάβε είχε την αίσθηση ότι την παρακολουθούσαν από τη σκοτεινιά ανάμεσα στις κολόνες, αυτό όμως δεν την ενοχλούσε. Δεν ήταν η Μογκέντιεν. Φανταστικά μάτια· δεν υπάρχει κανείς που να παρακολουθεί. Είπα στην Ηλαίην να μην δίνει σημασία, και να που κι εγώ... Η Μογκέντιεν δεν θα περιοριζόταν στο να την κοιτάζει. Πάντως, ευχήθηκε να ήταν αρκετά θυμωμένη, ώστε να μπορεί να διαβιβάσει. Όχι ότι φοβόταν βέβαια. Απλώς δεν ήταν θυμωμένη. Δεν φοβόταν καθόλου.

Ένιωθε ελαφρύ το συστρεμμένο πέτρινο δαχτυλίδι, σαν αυτό να ήθελε να πετάξει απαλά από την καμιζόλα της, θυμίζοντάς της ότι αυτό ήταν το μόνο που φορούσε. Μόλις σκέφτηκε να ντυθεί, βρέθηκε να φορά ένα φόρεμα. Ήταν ένα κόλπο του Τελ’αράν’ριοντ που της άρεσε· κατά μία έννοια ήταν περιττό να διαβιβάσει, επειδή εδώ μπορούσε να κάνει πράγματα που σίγουρα καμία Άες Σεντάι δεν είχε κάνει ποτέ με τη Δύναμη. Αλλά δεν ήταν το φόρεμα που περίμενε· δεν ήταν από το καλό, γερό μάλλινο ύφασμα των Δύο Ποταμών. Ο ψηλός γιακάς στολισμένος με δαντέλα της Τζήρεκρουζ, έφτανε ως το σαγόνι της, όμως το ανοιχτοκίτρινο μετάξι την αγκάλιαζε με πιέτες που κολλούσαν πάνω της αποκαλυπτικά. Πόσες φορές είχε πει ότι αυτές οι Ταραμπονέζικες εσθήτες ήταν απρεπείς, όταν τις φορούσε για να μην ξεχωρίζει στο πλήθος του Τάντσικο; Απ’ ό,τι φαινόταν, τις είχε συνηθίσει χωρίς να το καταλάβει.