Τράβηξε απότομα την πλεξούδα της, για να τιμωρήσει το μυαλό της που περιπλανιόταν, και άφησε το φόρεμα όπως ήταν. Μπορεί η εσθήτα να μην ήταν όπως την ήθελε, όμως η Νυνάβε δεν ήταν άμυαλο κοριτσάκι για να χοροπηδά και να τσιρίζει αγανακτισμένη. Φόρεμα είναι κι αυτό. Θα το φορούσε όταν έφτανε η Εγκουέν, μαζί με όποια Σοφή θα τη συνόδευε αυτή τη φορά, και, αν τολμούσαν να πουν έστω λέξη... Δεν ήρθα από νωρίς για να λέω βλακείες για φορέματα!
«Μπιργκίτε;» Μόνη απάντηση ήταν η σιωπή και η Νυνάβε ύψωσε τη φωνή της, αν και κανονικά δεν θα χρειαζόταν. Σ’ αυτό το μέρος, αυτή η συγκεκριμένη γυναίκα μπορούσε να ακούσει να λένε το όνομά της στην άλλη άκρη του κόσμου. «Μπιργκίτε;»
Μια γυναίκα βγήκε ανάμεσα από τις κολόνες, με γαλήνια τα γαλανά της μάτια και γεμάτη περηφάνια κι αυτοπεποίθηση, με χρυσά μαλλιά πλεγμένα σε μια μακριά πλεξούδα πιο περίπλοκη από αυτή της Νυνάβε. Το κοντό λευκό σακάκι της και το φαρδύ παντελόνι από κίτρινο μετάξι, το οποίο ήταν χωμένο μέσα στις κοντές μπότες με τα ψηλά τακούνια, ήταν ενδύματα ηλικίας άνω των δύο χιλιάδων ετών, τα οποία είχαν αρχίσει να της αρέσουν. Τα βέλη στη φαρέτρα στο πλευρό της έμοιαζαν να είναι ασημένια, όπως και το τόξο που κρατούσε.
«Είναι εδώ γύρω ο Γκάινταλ;» ρώτησε η Νυνάβε. Συνήθως ήταν κοντά στην Μπιργκίτε και προκαλούσε νευρικότητα στη Νυνάβε, καθώς αρνιόταν να αναγνωρίσει την ύπαρξή της και κατσούφιαζε, όταν η Μπιργκίτε της μιλούσε. Είχε νιώσει σοκ στην αρχή βρίσκοντας τον Γκάινταλ Κέιν και την Μπιργκίτε —ήρωες νεκροί από καιρό, που τόσα παραμύθια και θρύλοι τους παρουσίαζαν μαζί― στον Τελ’αράν’ριοντ. Όπως όμως είχε πει η ίδια η Μπιργκίτε, τι καλύτερο για ήρωες δεμένους στον Τροχό του Χρόνου από το να καρτερούν την αναγέννησή τους στο όνειρο; Ένα όνειρο που υπήρχε τόσον καιρό όσο και ο Τροχός. Αυτούς θα καλούσε το Κέρας του Βαλίρ, την Μπιργκίτε και τον Γκάινταλ Κέιν και τον Ρογκός τον Αετομάτη και του Άρτουρ τον Γερακόφτερο, για να πολεμήσουν στην Τάρμον Γκάι’ντον.
Η πλεξούδα της Μπιργκίτε ανέμισε, καθώς κουνούσε το κεφάλι. «Καιρό έχω να τον δω. Νομίζω ότι ο Τροχός τον έστειλε πάλι έξω. Πάντα έτσι συμβαίνει». Προσμονή και έγνοια έβαφαν τη φωνή της.
Αν είχε δίκιο η Μπιργκίτε, τότε κάπου στον κόσμο είχε γεννηθεί ένα αγοράκι, ένα μωράκι που έκλαιγε, δίχως να γνωρίζει ποιος ήταν, προορισμένο όμως για περιπέτειες που θα γεννούσαν καινούριους θρύλους. Ο Τροχός ύφαινε τους ήρωες στο Σχήμα όταν ήταν ανάγκη, για να δώσουν μορφή στο Σχήμα, και με το θάνατό τους επέστρεφαν εδώ για να περιμένουν πάλι. Αυτό σήμαινε να είσαι δεμένος στον Τροχό. Και καινούριοι ήρωες επίσης μπορούσαν να βρεθούν δεμένοι, άνδρες και γυναίκες, των οποίων η γενναιότητα και τα κατορθώματα τούς έκαναν να ξεχωρίσουν από το συνηθισμένο, αλλά όταν δένονταν μια φορά, αυτό κρατούσε για πάντα.
«Πόσον καιρό έχεις;» ρώτησε η Νυνάβε. «Σίγουρα θα ’χεις χρόνια ακόμα». Η Μπιργκίτε ανέκαθεν συσχετιζόταν με τον Γκάινταλ, σε πλήθος ιστορίες, σε πλήθος Εποχές, μέσα σε περιπέτειες με ένα ρομάντζο που δεν μπορούσε να το χαλάσει ούτε κι ο Τροχός του Χρόνου. Πάντα γεννιόταν μετά τον Γκάινταλ· ένα χρόνο μετά, ή πέντε, ή δέκα, αλλά μετά.
«Δεν ξέρω, Νυνάβε. Ο χρόνος εδώ δεν είναι σαν τον χρόνο στον ξυπνητό κόσμο. Δέκα μέρες πέρασαν από την άλλη φορά που σε συνάντησα εδώ, όπως μου φαίνεται εμένα, και μόλις πριν από μια μέρα είδα την Ηλαίην. Για σας πόσο ήταν;»
«Τέσσερις μέρες και τρεις», μουρμούρισε η Νυνάβε. Οι δυο τους έρχονταν εδώ για να μιλήσουν με την Μπιργκίτε όσο πιο συχνά μπορούσαν, αν και πολλές φορές αυτό δεν ήταν δυνατόν, αφού ήταν μαζί τους όταν κατασκήνωναν ο Θομ και ο Τζούιλιν και φυλούσαν σκοπιά τα βράδια. Η Μπιργκίτε θυμόταν τον Πόλεμο της Δύναμης, τουλάχιστον σε μια ζωή της, και τους Αποδιωγμένους. Οι παρελθούσες ζωές της ήταν σαν βιβλία που τα θυμόταν με τρυφερότητα από τα παλιά τα χρόνια, και οι παλαιότερες ήταν πιο θολές από τις νεότερες, αλλά οι Αποδιωγμένοι ξεχώριζαν. Ειδικά η Μογκέντιεν.
«Καταλαβαίνεις, Νυνάβε; Η ροή του χρόνου εδώ μπορεί να αλλάξει και πιο έντονα. Μπορεί να περάσουν μήνες προτού ξαναγεννηθώ, ή μέρες. Εδώ, για μένα. Στον ξυπνητό κόσμο μπορεί να θέλει ακόμα χρόνια για να ξαναγεννηθώ».
Η Νυνάβε κατόρθωσε με κόπο να πνίξει την ενόχληση της. «Τότε δεν πρέπει να σπαταλάμε το χρόνο που έχουμε. Είδες κανέναν τους από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε;» Δεν χρειαζόταν να πει ποιους εννοούσε.
«Πάρα πολλούς. Η Λανφίαρ είναι συχνά στον Τελ’αράν’ριοντ, φυσικά, αλλά έχω δει τον Ράχβιν και τον Σαμαήλ και την Γκρένταλ. Τον Ντεμάντρεντ. Και τη Σέμιραγκ». Η φωνή της Μπιργκίτε σφίχτηκε, καθώς πρόφερε το τελευταίο εκείνο όνομα· ακόμα και η Μογκέντιεν, η οποία μισούσε την Μπιργκίτε, δεν τη φόβιζε τόσο, όμως η Σέμιραγκ ήταν κάτι άλλο.