Και η Νυνάβε ανατρίχιασε —η χρυσομάλλα γυναίκα της είχε πει πολλά για εκείνη την Αποδιωγμένη― και κατάλαβε ότι φορούσε ένα χοντρό μάλλινο μανδύα με βαθιά κουκούλα υψωμένη για να κρύψει το πρόσωπό της· κοκκίνισε και τον εξαφάνισε.
«Κανένας δεν σε είδε;» ρώτησε ανήσυχα. Η Μπιργκίτε με πολλούς τρόπους ήταν πιο ευάλωτη από αυτήν, παρ’ όλο που γνώριζε τον Τελ’αράν’ριοντ. Ποτέ δεν είχε την ικανότητα της διαβίβασης· ο κάθε Αποδιωγμένος θα μπορούσε να τη σκοτώσει εύκολα, σαν να έλιωνε μυρμήγκι, χωρίς τον παραμικρό κόπο. Κι αν σκοτωνόταν εδώ, δεν θα ξαναγεννιόταν ποτέ πια.
«Δεν είμαι τόσο αμαθής —ούτε τόσο ανόητη― ώστε να τους αφήσω να με δουν». Η Μπιργκίτε έγειρε στο ασημένιο τόξο της· σύμφωνα με τους θρύλους, ποτέ δεν αστοχούσε με κείνο το τόξο και με τα ασημένια βέλη της. «Τους απασχολούν οι όμοιοί τους, κανένας άλλος. Έχω δει τον Ράχβιν και τον Σαμαήλ, την Γκρένταλ και τη Λανφίαρ να παραμονεύουν, καθένας αθέατος τους άλλους. Και τον Ντεμάντρεντ και τη Σέμιραγκ επίσης να τους παρακολουθούν. Μόνο όταν απελευθερώθηκαν τους έβλεπα να έρχονται τόσο συχνά εδώ».
«Κάτι σκαρώνουν». Η Νυνάβε δάγκωσε το χείλι της εκνευρισμένη και συγχυσμένη. «Όμως τι;»
«Ακόμα δεν ξέρω, Νυνάβε. Στον Πόλεμο της Σκιάς πάντα συνωμοτούσαν, ακόμα και ο ένας εναντίον του άλλου, όμως οι πράξεις τους ποτέ δεν προμήνυαν τίποτα καλό για τον κόσμο, είτε τον ξυπνητό είτε των ονείρων».
«Προσπάθησε να μάθεις, Μπιργκίτε· ό,τι μπορείς, με προσοχή. Μην ρισκάρεις». Το πρόσωπο της άλλης δεν άλλαξε, αλλά της Νυνάβε της φάνηκε ότι είχε ακούσει κάτι αστείο· η ανόητη αγνοούσε τον κίνδυνο, όπως κι ο Λαν, Ευχήθηκε να μπορούσε να ρωτήσει για τον Λευκό Πύργο, τι άραγε σχεδίαζε η Σιουάν, όμως η Μπιργκίτε δεν μπορούσε ούτε να δει ούτε να αγγίξει τον ξυπνητό κόσμο, παρά μόνο αν την καλούσε εκεί το Κέρας. Πας να αποφύγεις αυτό που στ’ αλήθεια θέλεις να ρωτήσεις! «Είδες τη Μογκέντιεν;»
«Όχι», αναστέναξε η Μπιργκίτε, «αλλά όχι επειδή δεν προσπάθησα. Συνήθως μπορώ να βρω όποιον γνωρίζει ότι βρίσκεται στον Κόσμο των Ονείρων· υπάρχει μια αίσθηση, σαν κυματάκια που ξεκινούν απ’ αυτόν και απλώνονται στον αέρα. Ή ίσως να πηγάζουν από το ότι έχει επίγνωση πού είναι· στ’ αλήθεια, δεν ξέρω. Είμαι στρατιώτης, όχι λόγιος. Ή δεν μπήκε στον Τελ’αράν’ριοντ από τότε που την νικήσατε, ή...» Δίστασε, και της Νυνάβε της ήρθε να την εμποδίσει, προτού πει αυτό που ήξερε ότι θα έλεγε, όμως η Μπιργκίτε άντεχε και δεν μασούσε τα λόγια της όταν ήταν να πει κάτι ενδεχομένως δυσάρεστο. «Ή ίσως ξέρει ότι την ψάχνω. Μπορεί και κρύβεται. Δεν είναι τυχαίο που τη λένε Αράχνη». Αυτό σήμαινε μογκέντιεν στην Εποχή των Θρύλων· ήταν μια αραχνούλα που ύφαινε τους ιστούς της σε μυστικά μέρη, και η δαγκωματιά της είχε αρκετό δηλητήριο για να σε σκοτώσει μέσα σε λίγες στιγμές.
Ξαφνικά, νιώθοντας έντονα τα αθέατα μάτια, η Νυνάβε ανατρίχιασε δυνατά. Δεν ήταν τρέμουλο. Απλώς μια ανατριχίλα. Πάντως έβαλε καλά στο νου της τη λεπτή Ταραμπονέζικη εσθήτα, μην τυχόν και βρισκόταν ξαφνικά να φορά πανοπλία. Ήταν ντροπή ακόμα κι όταν το πάθαινε μόνη της, πόσο μάλλον μπροστά στα καθαρά, γαλανά μάτια μιας γυναίκας, η οποία ήταν τόσο θαρραλέα, ώστε να είναι αντάξια του Γκάινταλ Κέιν.
«Μπορείς να την ξαναβρείς, ακόμα κι αν θέλει να μείνει κρυμμένη, Μπιργκίτε;» Ήταν μεγάλη η χάρη που ζητούσε, αν η Μογκέντιεν γνώριζε ότι την κυνηγούσαν· ήταν σαν να ψάχνεις για ένα λιοντάρι ανάμεσα σε ψηλά χόρτα οπλισμένος μονάχα μ’ ένα ραβδί.
Η άλλη δεν δίστασε. «Ίσως. Θα προσπαθήσω». Ζύγιασε το τόξο της και πρόσθεσε, «Τώρα πρέπει να φύγω. Δεν θέλω να με δουν οι άλλες όταν έρθουν».
Η Νυνάβε την έπιασε από το μπράτσο για να τη σταματήσει. «Θα βοηθούσε πολύ, αν με άφηνες να τους το πω. Έτσι, θα μπορούσα να μεταφέρω στην Εγκουέν και τις Σοφές όσα μου έχεις πει για τους Αποδιωγμένους, κι εκείνες θα τα έλεγαν στον Ραντ. Μπιργκίτε, είναι πράγματα που χρειάζεται να ξέρει―»
«Το υποσχέθηκες, Νυνάβε». Εκείνα τα λαμπερά γαλανά μάτια ήταν σκληρά σαν πάγος. «Οι γραφές λένε ότι δεν πρέπει να μάθει κανείς πως κατοικούμε στον Τελ’αράν’ριοντ. Παραβίασα πολλές όταν σου μίλησα, πολύ περισσότερες όταν σου πρόσφερα βοήθεια, επειδή δεν μπορώ να κάθομαι άπραγη και να σε βλέπω να πολεμάς τη Σκιά —τη μάχη αυτή τη δίνω περισσότερες ζωές απ’ όσες θυμάμαι· αλλά θα υπακούσω σ’ όσες γραφές μπορώ. Πρέπει να τηρήσεις την υπόσχεσή σου».
«Μα φυσικά», ξεσηκώθηκε η Νυνάβε, «εκτός αν με αποδεσμεύσεις εσύ. Και σου ζητώ αυτό ακριβ―»