«Όχι».
Και αμέσως η Μπιργκίτε χάθηκε. Τη μια στιγμή το χέρι της Νυνάβε άγγιζε ένα λευκό μανίκι, την άλλη στιγμή τον άδειο αέρα. Μέσα στο νου της επανέλαβε μερικές βλαστήμιες που είχε κρυφακούσει να λένε ο Θομ και ο Τζούιλιν, τέτοιες που θα μάλωνε την Ηλαίην, αν τις άκουγε, πόσο μάλλον αν τις χρησιμοποιούσε. Δεν είχε νόημα να ξαναφωνάξει το όνομα της Μπιργκίτε. Μάλλον δεν θα ερχόταν. Η Νυνάβε ευχήθηκε μόνο να ανταποκρινόταν την επόμενη φορά που θα την καλούσε η ίδια ή η Ηλαίην. «Μπιργκίτε! Θα τηρήσω την υπόσχεση μου! Μπιργκίτε!»
Αυτό σίγουρα το είχε ακούσει. Ίσως στην επόμενη συνάντησή τους θα είχε μάθει κάτι για τις δραστηριότητες της Μογκέντιεν. Η Νυνάβε σχεδόν ευχόταν να μην έβρισκε τίποτα. Διότι αλλιώς, θα σήμαινε ότι η Μογκέντιεν πράγματι παραμόνευε στον Τελ’αράν’ριοντ.
Χαζή γυναίκα! «Όταν δεν ψάχνεις μήπως υπάρχουν φίδια, δεν μπορείς να παραπονεθείς, αν κάποιο σε δαγκώσει». Ειλικρινά ήθελε κάποια μέρα να γνωρίσει τη Λίνι.
Ένιωθε να την πλακώνει η άπλα του πελώριου θαλάμου, οι μεγάλες γυαλισμένες κολόνες και η αίσθηση ότι την παρακολουθούσαν από τη σκοτεινιά ανάμεσά τους. Αν ήταν πράγματι κανείς εκεί, η Μπιργκίτε θα το είχε καταλάβει.
Κατάλαβε ότι έσιαζε τη μεταξωτή εσθήτα στους γοφούς της, και, για να μην σκέφτεται άλλο τα μάτια που δεν υπήρχαν, συγκέντρωσε την προσοχή της στο φόρεμα. Φορούσε ένα καλό μάλλινο φόρεμα των Δύο Ποταμών όταν την είχε πρωτοδεί ο Λαν, κι ένα απλό κεντητό φόρεμα όταν της είχε εξομολογηθεί τον έρωτά του, αλλά η Νυνάβε ήθελε να τη δει με τέτοιες εσθήτες. Δεν θα ήταν απρεπές, αν ήταν για τα δικά του μάτια.
Ένας ψηλός καθρέφτης φάνηκε μπροστά της, επιστρέφοντάς της το είδωλό της, καθώς έστριβε από δω κι από κει, κοιτώντας ακόμα και πάνω από τον ώμο της. Οι κίτρινες πιέτες την αγκάλιαζαν κολλητά, αφήνοντας υπαινιγμούς για ό,τι έκρυβαν. Ο Κύκλος των Γυναικών στο Πεδίο του Έμοντ θα την είχε μαζέψει να της μιλήσει κατ’ ιδίαν, κι ας ήταν Σοφία. Αλλά ήταν όμορφο φόρεμα. Εδώ, μόνη της, μπορούσε να παραδεχθεί ότι είχε συνηθίσει να φορά τέτοια ρούχα δημοσίως. Το χάρηκες, έψεξε τον εαυτό της. Γίνεσαι κι συ παλιοθήλυκο σαν την Ηλαίην. Αλλά ήταν πανέμορφο. Και ίσως να μην ήταν άσεμνο, όπως το θεωρούσε ανέκαθεν. Δεν είχε ντεκολτέ ως τα γόνατα, όπως εκείνο της Πρώτης του Μαγιέν, για παράδειγμα. Καλά, μπορεί της Μπερελαίν να μην ήταν τόσο χαμηλό, όμως ήταν πιο χαμηλό απ’ όσο θα μπορούσε να θεωρηθεί αξιοπρεπές.
Η Νυνάβε είχε ακούσει τι φορούσαν συχνά οι Ντομανές· εκείνα τα θεωρούσαν απρεπή ακόμα και οι Ταραμπονέζες. Μ’ αυτή τη σκέψη, οι κίτρινες μεταξωτές πιέτες έγιναν κυματιστό ποταμάκι με μια στενή ζώνη από δουλεμένο χρυσάφι. Και λεπτό. Το πρόσωπό της βάφτηκε κόκκινο. Πολύ λεπτό. Σχεδόν εντελώς διάφανο, μάλιστα. Η εσθήτα έκανε πολύ περισσότερα από το υπαινίσσεται. Αν την έβλεπε ο Λαν να τη φορά, δεν θα μουρμούριζε ότι η αγάπη του για εκείνη ήταν μοιραία και ότι δεν ήθελε να της προσφέρει τα ρούχα της χηρείας ως γαμήλιο δώρο. Μια ματιά, και το αίμα του θα έβραζε. Θα την―
«Τι στο Φως φοράς, Νυνάβε;» ρώτησε η Εγκουέν με σκανδαλισμένη φωνή.
Η Νυνάβε τινάχτηκε ψηλά, στριφογύρισε, και όταν κατέβηκε κοιτώντας την Εγκουέν και τη Μελαίν —ποια άλλη θα ’ταν παρά η Μελαίν, παρ’ όλο που δεν θα ήταν ευχάριστο όποια από τις Σοφές κι αν ήταν― ο καθρέφτης είχε χαθεί και φορούσε ένα σκούρο μάλλινο φόρεμα των Δύο Ποταμών, τόσο χοντρό που έκανε για χειμώνα. Νιώθοντας όχι μόνο ξαφνιασμένη αλλά και ταπεινωμένη —αν και κυρίως ξαφνιασμένη― άλλαξε ευθύς αμέσως το φόρεμά της, δίχως να το σκεφτεί, ξαναβάζοντας το αραχνοΰφαντο Ντομανό φόρεμα και εξίσου γοργά τις κίτρινες Ταραμπονέζικες πιέτες.
Το πρόσωπό της είχε πυρώσει. Σίγουρα την περνούσαν για χαζή. Και όλα αυτά μάλιστα μπροστά στη Μελαίν. Η Σοφή ήταν πανέμορφη, με μακριά χρυσόξανθα μαλλιά και καθάρια πράσινα μάτια. Όχι ότι τη Νυνάβε την ένοιαζε η εμφάνιση της Μελαίν. Όμως η Σοφή ήταν και στην προηγούμενη συνάντησή της εδώ μαζί με την Εγκουέν και την είχε κοροϊδέψει για τον Λαν. Η Νυνάβε τότε είχε χάσει την ψυχραιμία της. Η Εγκουέν είχε εξηγήσει ότι αυτά που της είχε πει η Μελαίν δεν θεωρούνταν πειράγματα μεταξύ των Αελιτών, όμως η Μελαίν την είχε συγχαρεί για τους ώμους του Λαν, για τα χέρια του, για τα μάτια του. Τι δικαίωμα είχε αυτή η γάτα με τα πράσινα μάτια να κοιτάζει τους ώμους του Λαν; Όχι πως η Νυνάβε αμφέβαλλε για την πίστη του. Αλλά ήταν άνδρας, ήταν μακριά της και η Μελαίν ήταν εκεί μπροστά, και... Έδωσε αυστηρά τέλος σ’ αυτές τις σκέψεις.
«Ο Λαν-;» Της φαινόταν ότι το πρόσωπό της θα έπιανε φωτιά. Δεν μπορείς να κουμαντάρεις τη γλώσσα σου, κυρά μου; Αλλά δεν θα έκανε πίσω, δεν μπορούσε να κάνει πίσω, με τη Μελαίν εκεί μπροστά. Και σαν να μην έφτανε η γελαστή έκφραση της Εγκουέν, η Μελαίν είχε τολμήσει να πάρει ύφος κατανόησης. «Είναι καλά;» Επιχείρησε να δείξει αυτοσυγκράτηση, αλλά η φωνή ακούστηκε στριγκή.